Η καλλιέργεια του βαμβακιού θεωρούνταν την προηγούμενη τριακονταετία ο «λευκός χρυσός» των πεδινών γεωργικών περιοχών της χώρας. Την περίοδο αυτή υπήρξε μεγάλη επέκταση της καλλιεργούμενης έκτασης, οι γεωργοί πραγματοποιούσαν σημαντικές επενδύσεις σε μηχανολογικό/αρδευτικό εξοπλισμό, όπως και σε αποθηκευτικούς χώρους, για να ανταποκριθούν στην επέκταση της δραστηριότητας, ενώ παράλληλα σημαντική ανάπτυξη γνώρισε και ο κλάδος της «πρώτης μεταποίησης» του προϊόντος, δηλαδή τα εκκοκκιστήρια. 

Ολη αυτή η δυναμική βασίστηκε κυρίως στις πολύ σημαντικές ευρωπαϊκές ενισχύσεις που καταβαλλόταν επι του παραγόμενου προϊόντος, που ενθάρρυνε ένα παραγωγικό σύστηµα υψηλών εισροών–υψηλής παραγωγής και που κατέληγε στο σημείο όπου, το γεωργικό οικογενειακό εισόδημα που σχηματιζόταν να οφείλεται στις ενισχύσεις. 

Η εφαρμογή της προηγούμενης αναθεώρησης της Κοινης Αγροτικής Πολιτικής, που ίσχυσε από το έτος 2006 έως το 2014, εισήγαγε την µερική αποσύνδεση των ενισχύσεων του βαμβακιού, με βάση τα ιστορικά στοιχεία της περιόδου 2000-2002. Η αποσυνδεδεµένη συνιστώσα (65% της ενίσχυσης) καταβαλλόταν ανεξαρτήτως της απόφασης για την παραγωγή, δηλαδή με την μορφή της Ενιαίας Αποσυνδεδεμένης Ενίσχυσης, ενώ η συνδεδεµένη συνιστώσα (35% της ενίσχυσης) καταβαλλόταν µε την προϋπόθεση μιας ελάχιστης παραγωγής. Την περίοδο αυτή παρατηρήθηκε μείωση άνω του 30% των καλλιεργούμενων εκτάσεων, οι οποίες πλέον κυμαίνονται στα 2,5 εκατομ. στρέμματα, ενώ η χρησιμοποιούμενη ικανότητα εκκοκκισμού μειώθηκε σημαντικά στα υφιστάμενα εκκοκκιστήρια, περίπου τα μισά σε αριθμό σταμάτησαν την λειτουργία. 

Με την εφαρμογή της νέας αναθεώρησης της Κοινής Αγροτικής Παραγωγής, που θα ισχύσει από το 2015 (και τουλάχιστον για την επόμενη εξαετία) προβλέπεται η κατάργηση των ιστορικών δικαιωμάτων και η περιφεριοποίηση των αποσυνδεδεμένων ενισχύσεων, ενώ διατηρείται η συνδεδεμένη συνιστώσα των ενισχύσεων του βαμβακιού. Με βάση το νέο καθεστώς προβλέπεται η αποσυνδεδεμένη συνιστώσα της ενίσχυσης του βαμβακιού (κατά μέσο όρο περίπου 98 €/στρέμμα) να ενσωματωθεί στις ενισχύσεις της «εθνικής περιφέρειας» αροτραίων καλλιέργειεων, όπου η μέση ενίσχυση ανά στρέμμα εκτιμάται περίπου σε 43 €/στρέμμα. Παρόλο που προβλέπεται η προστασία απωλειών στην αξία των διακαιωμάτων ενίσχυσης κάθε γεωργού (μείωση έως 30% το 2019) εκτιμάται πτώση των ενισχύσεων της καλλιέργειας, που αναμένεται να προκαλέσει μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων και περαιτέρω συρίκνωση του κλάδου. 

Οι παράγοντες που θα επηρεάσουν συγκεκριμένα την εξέλιξη της καλλιέργειας είναι το αναμενόμενο ακαθάριστο κέρδος (μικτό κέρδος), τόσο του βαμβακιού σε σχέση με το αντίστοιχο των ανταγωνιστικών καλλιεργειών (κυρίως αραβόσιτος, μηδική και σκληρό σιτάρι) και η διαθέσιμη ρευστότητα των γεωργικών εκμεταλλεύσεων για απόκτηση των απαραίτητων εφοδίων της καλλιέργειας (που συναρτάται και με την υφιστάμενη πιστωτική στενότητα). 

Στις παρούσες συνθήκες η αύξηση της τιμής του προϊόντος στην αγορά και η μείωση του κόστους παραγωγής αποτελούν τα εργαλεία που μπορούν να σταθεροποιήσουν την εξέλιξη του κλάδου, αφού και τα δυο χρειάζονται σημαντικές βελτιώσεις. 

Κοινός παρανομαστής των προσπαθειών είναι η ενσωμάτωση των γεωργών σε νέες ομάδες παραγωγών βαμβακιού, που θα λειτουργήσουν για την επιτυχία των προαναφερθέντων στόχων. Ειδικότερα η αύξηση της τιμής πώλησης μπορεί να προέλθει μόνον από τη βελτίωση της ποιότητας (χρήση πολύ ολιγάριθμων ποικιλιών που δίδουν συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά επιθυμητά στην αγορά), καθώς και τη συλλογική διαπραγμάτευση της τιμής του προϊόντος, που θα μπορούσε μετέπειτα να καταλήξει και σε κοινή εμπορία του εκκοκκισμένου βάμβακος - ενδεχομένως σε συνεργασία με τουε μεταποιητες. Η εφαρμογή δράσεων, με σκοπό τη μείωση του κόστους παραγωγής, μπορεί να επιτευχθεί μέσω της συλλογικής διαπραγμάτευσης αγοράς προμηθειών και υπηρεσιών (όπου υπάρχουν πολλά περιθώρια μείωσης των τιμών) και της παροχής τεχνικοοικονομικών συμβουλών στους γεωργούς της ομάδας, όσον αφορά την εφαρμογή των ορθών καλλιεργητικών-αρδευτικών πρακτικών.   

 

* Ο κ. Κωνσταντίνος Τσιμπούκας είναι καθηγητής στο Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Του νέου ενθέτου της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ  "Αγροτική οικονομία" σε συνεργασια με το agrocapital.gr