Η Ε.Ε. αποτελεί σήμερα την μεγαλύτερη πηγή εισαγωγών αγροτικών προϊόντων στο παγκόσμιο σύστημα (63,6% το 2011). Η Ελλάδα κατέχει ρόλο-κλειδί για την επίτευξη αυτού του μεριδίου στην παγκόσμια αγορά. Μελετώντας διαχρονικά τη σύνθεση των εξαγωγών της χώρας μας, ο κυριότερος όγκος των εξαγωγών της Ελλάδας εντοπίζεται στα φρούτα και τα λαχανικά, αλλά και η κατηγορία των ψαριών αυξάνεται σταθερά, χάρη τόσο στην αύξηση της τιμής τους όσο και την ανάδειξή τους στην πρώτη κατηγορία με τις περισσότερες εξαγωγές (453 εκ. € το 2011).

 

Παρόλο που η Ελλάδα εμφανίζει εμπορικό έλλειμμα στα αγροτικά προϊόντα, εισάγοντας ολοένα και περισσότερα από αυτά που εξάγει, παραμένει ένας από τους βασικότερους προμηθευτές αγροτικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές, με σημαντική παρουσία στις περισσότερες αγορές των χωρών-μελών της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ. Συγκεκριμένα, στην Ιταλία κατέχει το 40% των εισαγωγών ψαριών της, στη Γαλλία το 23% και στην Αγγλία το 22%. Περισσότερο ανταγωνιστική εμφανίζεται στην κατηγορία προϊόντων «Βερίκοκα, Κεράσια και Ροδάκινα», όπου ξεχωρίζει το μερίδιο που καταλαμβάνει στις εισαγωγές της Πολωνίας (61%), της Ιταλίας (47%) και της Αγγλίας (44%). Ως βασικές ανταγωνίστριες χώρες αναδεικνύονται, ωστόσο, η Ισπανία, η Ιταλία, η Γαλλία, η Ολλανδία και η Γερμανία.

 

Η εικόνα που αποκαλύπτεται από την ανάλυση των εξαγωγών 67 αγροτικών προϊόντων (με αξία εξαγωγών άνω των 10 εκ. € το 2011) προς τις χώρες-μέλη της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ είναι εντυπωσιακή. Η χώρα μας περιλαμβάνεται στους πέντε πρώτους προμηθευτές σε 25 χώρες, με ποσοστά συμμετοχής στις εισαγωγές τους που σε ορισμένες αγορές ξεπερνούν το 80%. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ότι είναι ο νούμερο ένα προμηθευτής σε 12 χώρες της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ σε 43 προϊόντα, ενώ κατέχει το 67% και το 86% των εισαγωγών καπνών και νωπής φράουλας αντίστοιχα στη Βουλγαρία, το 80% των εισαγωγών πορτοκαλιών στη Ρουμανία και το 59% στην Ουγγαρία και το 87% των εισαγωγών γιαουρτιού στην αγορά της Κύπρου.

 

Η σημαντική παρουσία της χώρας μας στις διεθνείς αγορές αποτελεί ένα σημαντικό  συγκριτικό πλεονέκτημα του αγροτικού τομέα. Παρόλα αυτά, δύναται να ενισχύσει τη θέση της σε περισσότερες αγορές και σε νέα αγροτικά προϊόντα τους:

·         -Τη σημαντική αύξηση των εξαγωγών των επώνυμων τυποποιημένων και πιστοποιημένων προϊόντων σε βάρος των εξαγωγών χύμα προϊόντων (όπως ελαιόλαδο, οπωροκηπευτικά, οίνοι ποιότητας, ΟΠΑΠ, VQPRD, ΟΠΕ, κλπ., γαλακτοκομικά & άλλα γεωργικά προϊόντα εθνικής σημασίας)

·         -Την αύξηση των μεριδίων που κατέχει στις διάφορες διεθνείς αγορές και ιδιαίτερα σε ορισμένες αγορές στις οποίες κατέχει χαμηλά μερίδια αγοράς, και

·         -Τη διείσδυση σε νέες δυναμικές αγορές ταχέως αναπτυσσόμενων χωρών.

Σοφία Κοζανίδου