Του Θωμά Χανή για το agrocapital.gr

2ο Μέρος

Βασική ή πρωτογενής κατεργασία

Αναφέρεται στην εδαφοκατεργασία που προηγείται του σχηματισμού σποροκλίνης. Εφαρμόζεται στις αρχές φθινοπώρου, όταν πρόκειται να σπαρεί ο αγρός με χειμωνιάτικη καλλιέργεια, και στα τέλη του χειμώνα-αρχές άνοιξης, όταν πρόκειται να σπαρεί με ανοιξιάτικη καλλιέργεια. Και στις δυο περιπτώσεις έχει προηγηθεί ο χειρισμός των φυτικών υπολειμμάτων της προηγούμενης καλλιέργειας.

Οι κύριοι στόχοι της βασικής ή πρωτογενούς κατεργασίας είναι:

  1. Καταστροφή της αυτοφυούς βλάστησης
  2. Αποθήκευση του νερού των βροχοπτώσεων (μέσω της αύξησης της διηθητικότητας του εδάφους)
  3. Χαλάρωση του εδάφους για καλύτερη διείσδυση των ριζών
  4. Επιτάχυνση της διάσπασης τυχόν φυτικών υπολειμμάτων
  5. Θέρμανση του εδάφους στο στρώμα κατεργασίας

Τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται είναι κυρίως υνιοφόρα άροτρα και δισκάροτρα. Το βάθος της κατεργασίας συνήθως δεν ξεπερνά τα 20-25cm και είναι περισσότερο επιφανειακό σε υγρά και λεπτόκοκκα εδάφη και βαθύτερο σε ξηρότερα και χονδρόκοκκα.

Συνήθως, βαθύτερες αρόσεις αυξάνουν την κατανάλωση καυσίμου και, στην περίπτωση της αναστροφής, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να έλθουν στην επιφάνεια χαμηλότερης γονιμότητας εδαφικοί ορίζοντες.

Η ποιότητα της κατεργασίας έχει μεγάλη σημασία, ώστε να μειωθούν στον μέγιστο δυνατό βαθμό ο αριθμός των επεμβάσεων της δευτερεύουσας κατεργασίας. Βασικό κριτήριο ποιότητας είναι η κατάλληλη υδατοπεριεκτικότητα του εδάφους (ρώγος), για να αποφευχθεί η δημιουργία ογκωδών συσσωματωμάτων ή η κορνιοτοποίηση του εδάφους. Επιπλέον, το βάθος άροσης πρέπει να είναι ομοιόμορφο και να δημιουργείται ομαλή επιφάνεια του αγρού.

Δευτερεύουσα ή επιφανειακή κατεργασία

Βασικός στόχος της είναι η προετοιμασία της σποροκλίνης, σε τρόπο ώστε να διασφαλιστούν οι άριστες προϋποθέσεις για την βλάστηση των σπόρων και την ανάδυση των φυταρίων. Πρέπει να εκτελείται αμέσως πριν από την σπορά και δεν ξεπερνά σε βάθος τα 10-15cm.

Το βάθος σποράς καθορίζει σε σημαντικό βαθμό και το βάθος της δευτερεύουσας κατεργασίας. Σπορά σε μεγάλο βάθος προκαλεί προβλήματα στην ανάδυση των αρτιβλάστων, αφού αυτά διανύουν μεγάλη απόσταση μέχρι την επιφάνεια του εδάφους και εξαντλούν τα θρεπτικά αποθέματα του σπόρου, με αποτέλεσμα να έχουν μειωμένη ευρωστία κατά την ανάδυση και να είναι ευπρόσβλητα από εχθρούς και ασθένειες. Με δεδομένο ότι η ποσότητα των αποταμιευτικών ουσιών του σπόρου σχετίζεται άμεσα με το μέγεθός του, προκύπτει ότι τα είδη φυτών με μικρό μέγεθος σπόρων (μηδική, τριφύλλια, τεύτλα κ.ά.) πρέπει να σπέρνονται σε μικρό βάθος (1-2cm). Φυτά με σπόρους μετρίου μεγέθους (σιτηρά εύκρατων κλιμάτων, ρύζι, κεχρί) μπορεί να σπέρνονται σε βάθος 2-4cm, ενώ μεγαλόσπερμα είδη (βαμβάκι, αραβόσιτος, φασόλια, σόγια κ.ά.) μπορεί να σπέρνονται σε βάθος από 4-6cm. Σπορά κοντά στην επιφάνεια του εδάφους πρέπει να αποφεύγεται, επειδή το επιφανειακό στρώμα ξηραίνεται γρήγορα και οι σπόροι θα αντιμετωπίσουν έντονα προβλήματα από ανεπαρκή ενυδάτωση. Επιπλέον, οι σπόροι είναι περισσότερο εκτεθειμένοι σε προσβολές από πτηνά, τα οποία καραδοκούν για να τραφούν από τους σπόρους μετά την ολοκλήρωση της σποράς.

Απαραίτητες προϋποθέσεις για την βλάστηση των σπόρων είναι η διασφάλιση υγρασίας για την ενυδάτωσή τους, επαρκής αερισμός για παροχή οξυγόνου και η κατάλληλη θερμοκρασία για την προώθηση των απαραίτητων βιοχημικών διεργασιών. Η ανάδυση των αρτιβλάστων στην επιφάνεια του εδάφους διευκολύνεται από μικρό μέγεθος εδαφικών συσσωματωμάτων και δυσχεραίνεται σημαντικά από την παρουσία εδαφικής κρούστας.

Στην δευτερεύουσα κατεργασία χρησιμοποιούνται σβάρνες (οδοντωτές, δισκοσβάρνες κ.ά.), περιστρεφόμενα σκαπτικά (φρέζες), ελαφρείς καλλιεργητές ή συνδυασμός αυτών, ώστε να επιτευχθεί η κοκκοποίηση του εδαφικού καλύμματος στον επιθυμητό βαθμό. Η πρόκληση συμπίεσης γίνεται στον πυθμένα της αυλακιάς που τοποθετείται ο σπόρος από την σπαρτική μηχανή με την βοήθεια ειδικών τροχών της μηχανής. Ο σπόρος στη συνέχεια καλύπτεται με το αφρατοποιημένο έδαφος χωρίς να συμπιέζεται. Με τον τρόπο αυτόν αποφεύγεται η συμπίεση όλου του αγρού με κυλίνδρισμα μετά τη σπορά, η οποία θα δυσκολέψει τον αερισμό και την ανάδυση των αρτιβλάστων.