Του Θωμά Χανή για το agrocapital.gr

Τα ψυχανθή είναι δικοτυλήδονα φυτά. Ονομάζονται ψυχανθή, λόγω της ειδικής μορφολογίας του άνθους τους, που μοιάζει με ψυχή (πεταλούδα).

Ριζικό σύστημα. Τα περισσότερα ψυχανθή έχουν ισχυρό πασσαλώδες ριζικό σύστημα, από το οποίο αναπτύσσονται πλάγιες διακλαδώσεις. Το βάθος του εδάφους στο οποίο εισχωρεί το ριζικό σύστημα, εξαρτάται από την μηχανική σύσταση και την υγρασία του. Στα ξηρότερα εδάφη η κύρια ρίζα εισχωρεί βαθύτερα. Ορισμένα χορτοδοτικά ψυχανθή, όπως το έρπον τριφύλλι, σχηματίζουν στόλωνες και στα σημεία όπου οι στόλωνες έρχονται σε επαφή με το έδαφος, αναπτύσσονται ρίζες. Στις ρίζες, αποθηκεύονται υδατάνθρακες, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για την αναβλάστηση των φυτών κατά την άνοιξη και μετά την απομάκρυνση της υπέργειας φυτομάζας, λόγω κοπής ή βόσκησης. Στις ρίζες των ψυχανθών σχηματίζονται χαρακτηριστικές εξογκώσεις, τα φυμάτια, που είναι αποτέλεσμα της συμβίωσης των ψυχανθών με αζωτοδεσμευτικά βακτήρια.

Βλαστοί και φύλλα. Τα φύλλα των ψυχανθών είναι σύνθετα, με τρία ή περισσότερα φυλλάρια, παλαμοειδή, πτερωτά περιττόκλητα και σπανιότερα πτερωτά αρτιόκλητα. Μόνο το πρώτο πραγματικό φύλλο συνήθως είναι απλό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το επάκριο φυλλάριο των περιττόπληκτων πτερωτών φύλλων και ορισμένα, ανάλογα με το είδος, ανώτερα ζεύγη των αρτιόκλητων φύλλων, μετατρέπονται σε έλικες. Στη βάση των πτερωτών φύλλων, υπάρχουν παράφυλλα, τα οποία ποικίλουν σε σχήμα και μέγεθος και η μορφολογία τους είναι χαρακτηριστικό του κάθε είδους. Τα φύλλα συνήθως φέρονται κατ’ εναλλαγή επί του βλαστού. Οι βλαστοί διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των ειδών ως προς το μήκος, τη διάμετρο, τον τρόπο και τον αριθμό των διακλαδώσεων, τη σκληρότητά τους κ.ά.. Οι βλαστοί μπορεί να είναι όρθιοι, έρποντες ή αναρριχώμενοι.

Άνθη και ταξιανθίες. Τα άνθη εμφανίζονται μεμονωμένα ή σε βοτρυώδεις ταξιανθίες. Ο αριθμός των ανθέων σε κάθε ταξιανθία ποικίλλει ευρύτατα, π.χ. από 2 στο βίκο, μέχρι 60-120 στα τριφύλλια. Το άνθος των ψυχανθών είναι ψυχόμορφο (μοιάζει με ψυχή, πεταλούδα) και είναι δύσκολο να γίνει σύγχυση με άλλα είδη οικογενειών. Ο κάλυκας είναι 5μερής, συσσέπαλος, δημιουργώντας ένα είδος σωλήνα. τα δόντια του κάλυκα είναι ανισομήκη ή σχεδόν ισομήκη. Η στεφάνη αποτελείται από πέντε πέταλα, τριών διαφορετικών ειδών. Το μεγαλύτερο, ο πέτασος, είναι το πιο εξωτερικό πέταλο του άνθους. Τα δύο πλευρικά πέταλα είναι όμοια μεταξύ τους, ελεύθερα το ένα από το άλλο και ονομάζονται πτέρυγες. Τα άλλα δύο πέταλα συμφύονται με τα χείλη τους και σχηματίζουν την τρόπιδα, η οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος της ή σχεδόν εξ ολοκλήρου καλύπτεται από τις πτέρυγες. Το χρώμα των πετάλων είναι λευκό ή έγχρωμο, με διάφορους χρωματισμούς ανάλογα με το είδος. Η τρόπιδα περικλείει τους στήμονες και τον ύπερο. Οι στήμονες είναι 10 και είτε τα νήματα όλων είναι ενωμένα κατά το μεγαλύτερο μέρος του μήκους τους, ή μόνον οι 9 έχουν τα νήματα ενωμένα και ο άλλος είναι ελεύθερος. Ο ύπερος είναι επιφυής, περιβάλλεται από τους στήμονες και αποτελείται από ένα καρπόφυλλο, το οποίο σχηματίζει ένα στύλο που καταλήγει σε ένα μόνο στίγμα. Το καρπόφυλλο αποτελείται από μια ωοθήκη η οποία περιέχει μία ή περισσότερες σπερμοβλάστες (ωάρια). Ο σωλήνας της στεφάνης, που δημιουργείται από τη μερική ένωση των πέντε πετάλων ποικίλλει σε μήκος στα διάφορα είδη. Το μήκος του σωλήνα είναι ένας παράγοντας, που επηρεάζει την επικονίαση, καθόσον παίζει αποφασιστικό ρόλο στη δυνατότητα που παρέχει στις μέλισσες και τα άλλα έντομα, να φτάσουν στη βάση του, όπου εκκρίνεται το νέκταρ.

Μερικά ψυχανθή π.χ. μπιζέλια, φασόλια, είναι αυτογονιμοποιούμενα φυτά, στα οποία η γύρη έρχεται σε επαφή με το στίγμα του άνθους καθώς ελευθερώνεται από τους διανοιγόμενους ανθήρες. Σε άλλα είδη π.χ. μηδική, τριφύλλια, η φυσική επαφή της γύρης με το στίγμα είναι δύσκολη έως αδύνατη. Τα άνθη αυτά πρέπει να ανοίξουν τεχνητά, δηλαδή να πιεστεί η τρόπιδα προς τα κάτω για να ελευθερωθούν το στίγμα και οι ανθήρες. Την εργασία αυτή (αποπαγίδευση) την πραγματοποιούν οι μέλισσες και άλλα έντομα, τα οποία επισκέπτονται τα άνθη σε αναζήτηση γύρης ή νέκταρος. Με το σώμα τους μεταφέρουν γύρη σε άλλα φυτά που επισκέπτονται στη συνέχεια, και έτσι γίνεται η επικονίαση. Τέλος, τα άνθη άλλων ειδών π.χ. λειμώνιο τριφύλλι, είναι αυτόστειρα λόγω ασυμβίβαστου και το στίγμα πρέπει να επικονιαστεί με γύρη από άλλα φυτά, οπότε η αυτογονιμοποίηση είναι υποχρεωτική.

Καρποί και σπόροι. Ο καρπός των ψυχανθών είναι λοβός, με δύο τοιχώματα, τα οποία συνδέονται με δύο ραφές. Η μορφολογία των λοβών ποικίλλει με το είδος του ψυχανθούς. Ο λοβός μπορεί να είναι κυλινδρικός, πλατυσμένος, φυσαλιδοειδής, ευθύς, νεφρόμορφος, δρεπανοειδής, ελικοειδής. Κάθε λοβός περιέχει έναν ή περισσότερους σπόρους, διατεταγμένους σε γραμμική σειρά. Σε μερικά είδη, κατά την ωρίμανση των λοβών ανοίγει μία ή και οι δυο ραφές και εκχύονται οι σπόροι από το εσωτερικό. Ο σπόρος των ψυχανθών αποτελείται από το περίβλημα και το έμβρυο. Συνήθως ο σπόρος δεν έχει ενδοσπέρμιο κατά την ωρίμανση. Στους μεγάλους σπόρους διακρίνονται ευκρινώς εξωτερικά: 1) το ίχνος του ομφαλικού ιμάντα που ονομάζεται οφθαλμός ή κοινώς μάτι και είναι η ουλή που μένει όταν γίνεται η αποκοπή του σπόρου από τον λοβό, 2) η μικροπύλη, μια μικρή οπή από όπου εισήλθε η προβολή της γύρης στον εμβρυόσακκο και 3) η ραφή, μια μικρή προεξοχή κοντά στον οφθαλμό που αντιπροσωπεύει τη βάση του ομφαλικού ιμάντα. Η εμφάνιση των φυτών των ψυχανθών πάνω από την επιφάνεια του εδάφους, κοινώς φύτρωμα, διακρίνεται σε υπόγειο και επίγειο. Κατά το υπόγειο φύτρωμα, το φυτάριο βγαίνει στην επιφάνεια του εδάφους, με την επιμήκυνση του επικοτυλίου, το οποίο σχηματίζει ένα άγκιστρο. Το υποκοτύλιο δεν αναπτύσσεται και οι κοτυληδόνες μένουν μέσα στο έδαφος. Κατά το επίγειο φύτρωμα, επιμηκύνεται το υποκοτύλιο και ωθεί τις κοτυληδόνες πάνω από την επιφάνεια του εδάφους. Το επικοτύλιο μέχρι να ολοκληρωθεί το φύτρωμα, δεν αναπτύσσεται. Μετά όμως την έξοδο των κοτυληδόνων από το έδαφος, σταματά η ανάπτυξη του υποκοτυλίου και αρχίζει η επιμήκυνση του επικοτυλίου.

Σε αρκετά είδη ψυχανθών το περίβλημα μερικών σπόρων είναι αδιαπέραστο από το νερό. Οι σπόροι αυτοί καλούνται «σκληροί σπόροι» και δεν μπορούν να βλαστήσουν, παρ’ όλο που το έμβρυό τους είναι ζωντανό. Το μεγάλο ποσοστό σκληρών σπόρων στο σπόρο σποράς, αποτελεί μειονέκτημα για τα περισσότερα ψυχανθή με γεωργική σημασία.