«Δικαίως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το “πράσινο μοναστήρι”. Το αγρόκτημα και οι εγκαταστάσεις που δημιούργησαν οι μοναχές με υπομονή, μεράκι και σκληρή δουλειά, προκειμένου να εφαρμόσουν στην πράξη την παραγωγή αυθεντικών αγροτικών- κτηνοτροφικών προϊόντων και τη διατήρηση σπόρων γηγενών ποικιλιών, που για τους περισσότερους είναι πλέον δυσεύρετες, υιοθετώντας μεθόδους και πρακτικές φιλικές στο περιβάλλον, μαρτυρά του λόγου το αληθές». Τα παραπάνω τόνισε ο αναπληρωτής τομεάρχης Εσωτερικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Λαρίσης, κ. Μάξιμος Χαρακόπουλος σε δήλωσή του μετά την επίσκεψη στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου στην Ανατολή Αγιάς.

Ο Θεσσαλός πολιτικός παραβρέθηκε στην ανταλλαγή σπόρων που έλαβε χώρα στη μονή κατά τη διάρκεια της 8ης Πανθεσσαλικής Γιορτής Ανταλλαγής Παραδοσιακών Ποικιλιών Σπόρων και είχε μια εποικοδομητική συζήτηση με τους υπεύθυνους-διαχειριστές της Κοινότητας Πελίτι κ.κ. Παναγιώτη Σαϊνατούδη και Γιάννη Τσιουρή. Επίσης ενημερώθηκε και ξεναγήθηκε, όπως και όλοι οι επισκέπτες αυτή την ημέρα, από την ηγουμένη της Μονής, γερόντισσα Θεοδέκτη, στο πρότυπο αγρόκτημα και το τυροκομείο, ενώ επισκέφθηκε και την έκθεση στους χώρους της Μονής.   

Ο κ. Χαρακόπουλος συνεχάρη την αδελφότητα της Μονής «για την πολυσχιδή δράση της, η φήμη της οποίας έχει ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα, αλλά και για τη φιλοξενία μιας γιορτής που αγκαλιάζεται χρόνο με το χρόνο από ολοένα  και περισσότερους ανθρώπους».

Στη δήλωσή του ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, που με απόφασή του είχαν τριπλασιασθεί οι έλεγχοι για εισαγωγή μεταλλαγμένων σπόρων, σημειώνει, επίσης, ότι «η συντονισμένη προσπάθεια και η οργάνωση της παραγωγής μπορούν να έχουν ορατά αποτελέσματα και με την εφαρμογή μεθόδων πιο φιλικών στο περιβάλλον, από όπου παίρνουμε προϊόντα υψηλής ποιότητας. Σε έναν τόπο με πλούσιο αναπαραγωγικό υλικό, που στο παρελθόν έθρεψε τους ανθρώπους σε δύσκολές εποχές, δεν έχουμε εκμεταλλευτεί στο έπακρο τις δυνατότητές μας και τον πλούτο που μας δώρισε η φύση. Οι κλιματολογικές συνθήκες στη χώρα μας επιτρέπουν την παραγωγή ποιοτικότερων προϊόντων από σχεδόν οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης. Μπορούμε αν θέλουμε, με σωστό σχεδιασμό, υπομονή και πίστη στις δυνάμεις μας να γίνουμε το “περιβόλι της Ευρώπης”, παράγοντας ποιοτικά προϊόντα που θα δώσουν την απαραίτητη ώθηση στην ανάπτυξη του τόπου».