Του Κώστα Ευθυμίου*

Η αξιοποίηση κονδυλίων του ΕΣΠΑ δεν καταγράφεται στα ατού αυτής της κυβέρνησης... Καθυστερήσεις, λιμνάζοντες πόροι και προβληματικές προκυρήξεις είναι χαρακτηριστικά κάθε προσπάθειας.

Ένας τομέας που βιώνει έντονα αυτή την κυβερνητική ανικανότητα είναι ο αγροτικός. Ως επαγγελματίες, οι αγρότες λειτουργούν πλέον σε καθεστώς έντονης φορολογίας, υψηλών ασφαλιστικών εισφορών, αυξημένου κόστους παραγωγής και συμπίεσης των ήδη περιορισμένων περιθωρίων κέρδους.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανικανότητα της κυβέρνησης να υλοποιήσει προγράμματα ενίσχυσης πραγματικών αγροτών με ορθολογισμό και ουσιαστικό αναπτυξιακό αποτύπωμα υπονομεύει τις δυνατότητες για βιώσιμες αγροτικές δραστηριότητες. Η κυβερνητική αποτυχία αποδεικνύεται και στατιστικά, αφού το 2016 η Ελλάδα ήταν τελευταία μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ στην απορρόφηση αγροτικών πόρων (απορροφήθηκε το 9.33%, με μόλις το 3.80% να αφορά σε νέα μέτρα).

Σε όλα τα αγροτικά προγράμματα (Βιολογικές Καλλιέργειες, Σχέδια Βελτιώσεων, Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης κλπ) καταγράφηκαν οργανωτικές αρρυθμίες στα πληροφοριακά συστήματα, απογοητεύσεις για άδικους αποκλεισμούς, καθυστερήσεις. Θα εστιάσω όμως στο Πρόγραμμα Νέων Αγροτών, το οποίο ενώ θεωρητικά προσβλέπει στην ένταξη νέων ανθρώπων στο σύγχρονο αγροτικό επιχειρείν, πρακτικά εξελίσσεται σε ένα φιάσκο κολοσσιαίων διαστάσεων.

Καταρχήν, η προκύρηξη προέβλεπε δυνατότητα υποβολής μέχρι τον Ιούνιο. Άνθρωποι που προετοιμάστηκαν για να γίνουν νέοι αγρότες και είχαν υποβάλει δηλώσεις ΟΣΔΕ 2015 και 2014 θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν σχεδόν όλοι. Ωστόσο, παρά την πρόβλεψη της προκύρηξης, το σύστημα άνοιξε ξανά μετά τον Ιούνιο για να δεχθεί επιπλέον αιτήσεις, στις οποίες εισήχθησαν και αμφιλεγόμενες εκμεταλλεύσεις (ΟΣΔΕ με αδήλωτα αγροτεμάχια ή ανύπαρκτα λαχανικά). Έτσι όμως διευρύνθηκε σημαντικά και εκ των υστέρων ο αριθμός των δικαιούχων, ενώ τα διαθέσιμα κονδύλια δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσουν όλες τις αιτήσεις. Επιπλέον, η ασυνέπεια της κυβέρνησης στην τήρηση των όρων της προκύρηξης εκθέτει αναπόφευκτα εκατοντάδες γεωπόνους μελετητές στα μάτια των πελατών αγροτών τους και υποβιβάζει την αξία των Ευρωπαϊκών προγραμμάτων.

Το Πρόγραμμα δίνει χαμηλή βαθμολογία σε μελισσοκόμους, αφού πριμοδοτεί τους ορεινούς (εδώ είναι εκτεθειμένες και οι Περιφέρειες, οι οποίες δεν προωθούν τον κλάδο). Αυτό είναι παράλογο, αφού τα μελίσσια δεν διαχειμάζουν στα βουνά και προφανώς το ανθόμελο προκύπτει από την ανθοφορία κυρίως στους κάμπους. Αναπόφευκτα λοιπόν, οι περισσότεροι μελισσοκόμοι είναι επιλαχόντες. 
Χαμηλή βαθμολογία παίρνουν και οι υποψήφιοι που ζουν κοντά σε αστικά κέντρα, ενώ έχουν δυναμικές εκμεταλλεύσεις. Οι εκμεταλλεύσεις αυτές και τα οπωροκηπευτικά βρίσκονται εξ ορισμού στους κάμπους, πλησίον αστικών κέντρων. Η υποβαθμολόγηση όμως λόγω εγγύτητας με πόλεις αδικεί πολλούς καλλιεργητές.

Για πρώτη φορά σε ανάλογα προγράμματα, έχει εισαχθεί κριτήριο της ανεργίας (6 βαθμοί). Ενώ κάποιος μπορεί να σκεφτεί ότι αυτό το κριτήριο ενέχει κοινωνική ευαισθησία, μια προσεκτική ματιά θα του αποδείξει ότι πρακτικά λειτουργεί ως αποκλεισμός για ανθρώπους που έκαναν ένα ή δύο μεροκάματα. Το βασικό κριτήριο τέτοιων προγραμμάτων πρέπει να είναι ποιός και πώς θα δημιουργήσει τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία για την οικονομία.

Σήμερα λοιπόν παραμένουν χιλιάδες άνθρωποι όμηροι μιας διαδικασίας που σέρνεται χωρίς κατάληξη λόγω κυβερνητικής αβελτηρίας. Αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι είναι επιλαχόντες έχοντας φακέλους πάνω από τη βάση, βρίσκονται «στον αέρα». Πολλοί διέκοψαν εξω-γεωργικές δραστηριότητες και απέκτησαν εκμετάλλευση για να εισαχθούν στο Πρόγραμμα. Μάλιστα, όσο διαρκεί η ομηρία, οι επιλαχόντες αδυνατούν να συμμετάσχουν σε άλλα αγροτικά προγράμματα και αποκλείονται από σχέδια βελτίωσης του αγροτικού υλικο-τεχνικού τους εξοπλισμού.
Η κατάσταση δυστυχώς δεν διορθώνεται πλέον εύκολα. Ειδικά από μια κυβέρνηση που δεν κατανοεί ότι τα προγράμματα αυτά πρέπει να βοηθούν την ανάπτυξη και όχι την κοινωνική πολιτική επιδοματικού χαρακτήρα.... Επείγει όμως η λήξη της ομηρίας όλων αυτών των ανθρώπων και η διερεύνηση για ανακατανομή κονδυλίων μεταξύ Περιφερειών, καθώς υπάρχουν Περιφέρειες με αδιάθετα κονδύλια. Αυτά θα μπορούσαν να διατεθούν στην κεντρική Μακεδονία που έχει σημαντικά αυξημένο αριθμό αιτήσεων και αποτελεί βασική τροφό της χώρας.


*Ο Κώστας Ευθυμίου είναι επιχειρηματίας ΑΠΕ, σύμβουλος ενεργειακών επενδύσεων, μέλος της Ομάδας Σύνταξης Κυβερνητικού Προγράμματος της ΝΔ για την Ενέργεια. Διετέλεσε Δ/ντης Γραφείου Υφυπουργού Ανάπτυξης αρμόδιου για θέματα Ενέργειας (2004-2006), διετέλεσε μέλος ΔΣ της ΔΕΠΑ.