Του Panos Mourdoukoutas

Το καφενείο για την ελληνική κοινωνία; «Το καφενείο είναι ένας καθαρά αντρικός χώρος. Τώρα, βέβαια, έχουν αλλάξει όλα. Αλλά μέχρι τα τέλη του 1980 τα καφενεία ήταν τοπόσημα της περιοχής, γιατί οι άντρες δεν πήγαιναν εκεί μόνο για αναψυχή, για να πιουν μόνοι τους τον καφέ τους ή το ουζάκι με την παρέα τους, αλλά αποτελούσαν και χώρους όπου μεταδίδονταν όλες οι πληροφορίες του τόπου: αν κάποιος αρρώστησε, αν κάποιος χρειάζεται ανθρώπους να δουλέψουν γι' αυτόν, αν κάποιος έβγαλε προϊόντα και θέλει να τα πουλήσει. Εκτός, όμως, αυτού, ήταν και ένας χώρος που έφερνε σε επαφή την ανδρική κοινωνία με τον έξω κόσμο. Και αυτό γινόταν με το πρώτο τηλέφωνο που εμφανίστηκε στο καφενείο, το πρώτο ραδιόφωνο, το πρώτο τζουκμπόξ, την πρώτη τηλεόραση στην οποία έβλεπαν τον "Άγνωστο Πόλεμο". Στο καφενείο ερχόταν ο κινηματογράφος. Εκεί έστηναν τα πανιά και τη μηχανή και πρόβαλλαν την ταινία. 

Στο καφενείο θα ερχόταν και ο βουλευτής για να δώσει προεκλογικές υποσχέσεις και να μαζέψει ψήφους. Το καφενείο ήταν χώρος διασκέδασης, πολιτικών ζυμώσεων, τα πάντα.

Υπήρχε κάποτε ένα μικρό καφενείο σε ένα ελληνικό χωριό της νότιας Πελοποννήσου που άκμαζε - και υπήρχαν πολλοί λόγοι που συνέβαινε αυτό. Κατ' αρχάς όλο το χωριό άκμαζε. Οι νέοι άνθρωποι έρχονταν από τις μεγαλουπόλεις στο χωριό, όπου έχτιζαν τα σπίτια τους και έκαναν τις οικογένειές τους. Επίσης υπήρχαν πολλές πηγές εισοδημάτων. Οι άνθρωποι μπορούσαν να καλλιεργήσουν τα αμπέλια ή να γίνουν κτηνοτρόφοι. Ο τρίτος λόγος ήταν η οικονομική ελευθερία. Τότε, υπήρχαν πολύ λίγοι περιορισμοί που εμπόδιζαν την έναρξη και τη λειτουργία μιας επιχείρησης.

Το μικρό καφενείο δεν τα πηγαίνει καλά πλέον. Ούτε όμως και το χωριό. Πλέον οι νέοι άνθρωποι δεν έρχονται σε αυτό για να χτίσουν τα σπίτια τους, ενώ οι άνθρωποι που παραμένουν δεν έχουν πολλές ευκαιρίες για να βγάλουν χρήματα.

Τι έγινε; Η Ευρωπαϊκή Ένωση τους είπε ότι ήρθε η ώρα να σταματήσουν την καλλιέργεια των αμπελιών. Ακολούθησαν οι επιδοτήσεις, για να διασφαλιστεί ότι οι αγρότες θα σταματούσαν τις εργασίες τους. Μετά ήρθαν οι επιδοτήσεις για την ανάπτυξη της καλλιέργειας των ελαιόδεντρων - χωρίς προφανώς να υπολογίζουν το γεγονός ότι η συγκεκριμένη καλλιέργεια είναι εποχική και η ποσότητα των ελαιόδεντρων μεταβάλλεται από έτος σε έτος.

Κατόπιν, οι ρυθμίσεις των Βρυξελλών περιόρισαν την οικονομική ελευθερία και αύξησαν τα κόστη έναρξης και λειτουργίας μιας επιχείρησης. Μεταξύ άλλων, έπρεπε ακόμη και τα μικρά καταστήματα, όπως το καφενείο της ιστορίας μας, να αποκτήσουν συσκευές POS για τη χρήση πιστωτικής/χρεωστικής κάρτας. Ειπώθηκε μάλιστα ότι τέτοιες λύσεις θα οδηγούσαν στη μείωση της φοροδιαφυγής. Την ίδια ώρα, όμως, οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού δεν έχουν κάρτες, ενώ ορισμένοι αγνοούν την ύπαρξή τους.

Αυτές οι μικρές λεπτομέρειες δεν απασχόλησαν τους γραφειοκράτες των Βρυξελλών και της Αθήνας, καθώς είχαν ως στόχο να κάνουν όλους τους Έλληνες ίσους - ίσους στη φτώχεια.

Το δυσκολότερο μέρος είναι ότι αυτές οι επιβαρύνσεις ήρθαν στη δυσκολότερη οικονομικά μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο περίοδο για την Ελλάδα. Το μέσο εισόδημα στην Ελλάδα έχει μειωθεί κατά το ήμισυ και ακόμη και ο καφές έχει γίνει πολυτέλεια που πολλοί δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά.

Εν τω μεταξύ, στο μικρό καφενείο οι λιγοστοί εναπομείναντες πελάτες πίνουν τον καφέ τους.

Αυτό είναι λυπηρό για το χωριό και για την Ελλάδα ως σύνολο. Είναι ένα σημάδι του πόνου που επέφεραν οι πολιτικές ρυθμίσεις στις μικρές επιχειρήσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Ήρθαν στη χειρότερη δυνατή στιγμή.

Αυτό είναι λυπηρό και για εμένα, γιατί εγώ ήμουν αυτός που δούλευε αυτό το μικρό καφενείο τις παλιές καλές μέρες.