«Κάθε φορά που η Κοινή Αγροτική Πολιτική αλλάζει, είναι μια ευκαιρία για να επαναπροσδιορίσουμε τους στόχους μας για την επόμενη προγραμματική περίοδο. Συνάμα, όμως, είναι και μια ευκαιρία για να αναλογιστούμε τα λάθη που έγιναν και να τα διορθώσουμε». Τα παραπάνω σημειώνει ο τομεάρχης Προστασίας του Πολίτη της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Λαρίσης, κ. Μάξιμος Χαρακόπουλος σε μήνυμά του προς την Οργανωτική Επιτροπή της Ημερίδας «Η Νέα ΚΑΠ 2021-2027. Το μέλλον της Αγροτικής Παραγωγής», που πραγματοποιείται στη Λάρισα. 

Ο Θεσσαλός πολιτικός -που λόγω κομματικών υποχρεώσεων δεν μπόρεσε να παραβρεθεί- επισημαίνει ότι «δυστυχώς, σήμερα, κοντά στο τέλος της προγραμματικής περιόδου 2014-2020, οι αγρότες μας βιώνουν ένα ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον και την απουσία ριζικών αλλαγών που μειώνουν το κόστος παραγωγής και ευνοούν την ανταγωνιστικότητα. Επιπροσθέτως, η γραφειοκρατική αντίληψη της πολιτείας έχει οδηγήσει σε παραλείψεις, που ταλαιπωρούν άσκοπα τον αγροτικό κόσμο. Χαρακτηριστικότερα πρόσφατα παραδείγματα είναι τα λάθη στους δασικούς χάρτες και στην επανοριοθέτηση των μειονεκτικών περιοχών για τη λήψη της εξισωτικής αποζημίωσης, που επιφέρουν απώλεια ενισχύσεων σε χιλιάδες αγρότες και κτηνοτρόφους, επιδεινώνουν την ήδη δύσκολη κατάσταση και προκαλούν αβεβαιότητα για το μέλλον.

Αυτή η πραγματικότητα πρέπει να αλλάξει και η Νέα ΚΑΠ μπορεί να αποτελέσει ένα εργαλείο, το οποίο σε συνδυασμό με μια οικονομική πολιτική που αφαιρεί φορολογικά βάρη και δεν ‘‘τιμωρεί’’ όποιον παράγει, μπορεί να φέρει καλύτερες μέρες στην αγροτική παραγωγή και την πολυπόθητη οικονομική ανάκαμψη, ειδικά στην επαρχία. 

Αντιμετωπίζοντας τη Νέα ΚΑΠ ως τέτοιο εργαλείο, θα πρέπει για να βελτιώσουμε τις συνθήκες παραγωγής, να στηρίξουμε τα εμβληματικά μας προϊόντα και να επενδύσουμε στην υπεραξία τους, να αξιοποιήσουμε τις νέες τεχνολογίες, να παράξουμε καινοτομία και να ενισχύσουμε την εξωστρέφεια. 

Προκειμένου όμως να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει να καθορίσουμε ξεκάθαρες γραμμές πλεύσης, με στρατηγικό σχεδιασμό σε βάθος χρόνου και να εστιάσουμε στο πως θα αξιοποιήσουμε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα».