Γερμανία: Άντεξαν οι ελληνικές εξαγωγές τροφίμων

Παρά το lockdown, οι εξαγωγές φρούτων και λαχανικών όπως και των παραδοσιακών τροφίμων όχι μόνο δεν υποχώρησαν αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις αυξήθηκαν. Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίζουν τώρα οι εξαγωγείς.

Όχι μόνο αλώβητοι αλλά και ενισχυμένοι «βγαίνουν» από την αγορά της Γερμανίας οι Έλληνες εξαγωγείς τροφίμων και ποτών. Σύμφωνα με έρευνα που διενήργησε το ελληνικό Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων στο Μόναχο κατά το δίμηνο Απριλίου - Μαίου, οι εξαγωγές νωπών φρούτων και λαχανικών, αλλά και της φέτας, των ελιών και του ελαιολάδου, παρά το lockdown, αυξήθηκαν.

Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική, καθώς η Γερμανία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος -μετά την Ιταλία- προορισμός των ελληνικών εξαγωγών (2,25 δισ. ευρώ σε αξία το 2019).

Όπως αναφέρεται στην έρευνα, οι σημαντικότεροι εισαγωγείς ελληνικών τροφίμων και ποτών διοχετεύουν τα προϊόντα τους, κατά κύριο λόγο, στα πολυάριθμα ελληνικά εστιατόρια και, σε μικρότερο βαθμό, σε μεσογειακής κουζίνας εστιατόρια, ενώ ένα μικρότερο μέρος κατευθύνεται στη λιανική πώληση, σε ethnic καταστήματα και μικρά supermarkets ή μπακάλικα.

Παρά το lockdown, σύμφωνα με τα όσα δήλωσαν στο πλαίσιο της έρευνας χονδρέμποροι της Κεντρικής Λαχαναγοράς, διανομείς νωπών προϊόντων και υπεύθυνοι μεγάλων αλυσίδων λιανικής πώλησης, οι εξαγωγές φρέσκων φρούτων και λαχανικών διατηρήθηκαν σε σταθερά επίπεδα ή και, σε μερικές περιπτώσεις, αυξήθηκαν το τελευταίο δίμηνο, λόγω της στροφής των καταναλωτών σε μοντέλα υγιεινής διατροφής και της αναγκαστικής αύξησης του αριθμού των γευμάτων στο σπίτι.

Την ίδια στιγμή, όπως επισημαίνεται στην έρευνα, ένας περιορισμένος αριθμός παραδοσιακών μας προϊόντων, όπως φέτα, γιαούρτι, ελαιόλαδο και ελιές, τα οποία διακρίνονται από υψηλό βαθμό αναγνωρισιμότητας και έχουν αποκτήσει σταθερή πρόσβαση σε μεγάλες αλυσίδες supermarkets, διατήρησαν ή και αύξησαν τις πωλήσεις τους, αντισταθμίζοντας, ως ένα βαθμό, τη μείωση πωλήσεων μέσω των εστιατορίων.

Σύμφωνα με τους ερευνητές του γραφείου ΟΕΥ του Μονάχου, αρκετές επιχειρήσεις και παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι παρά την παραδοσιακή σταθερότητα που χαρακτηρίζει διαχρονικά τη γερμανική αγορά, η συνέχιση της πανδημίας και των επιπτώσεών της στην οικονομική δραστηριότητα και τους επόμενους μήνες, θα επιφέρει πιθανώς σημαντικές αλλαγές στη διαχείριση και στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Οι αλλαγές αυτές θα οδηγήσουν σταδιακά σε μία ευρύτερη αναδιοργάνωση και αναπροσαρμογή της, εστιασμένη στον τελικό χρήστη ή καταναλωτή, στην ικανότητα άμεσης ανταπόκρισης σε απότομες μεταβολές και διακυμάνσεις της ζήτησης, καθώς και στη διαρκή αναζήτηση εναλλακτικών πηγών αγοραστών και προμηθευτών.

Για να ανταποκριθούν στις νέες αυτές προκλήσεις, ορισμένες εξαγωγικές μας επιχειρήσεις σχεδιάζουν στρατηγικές εξειδίκευσης, βασισμένες στην ικανοποίηση ειδικών αναγκών ή επιμέρους τομέων της αγοράς και εστίαση σε παράγοντες πέραν του κόστους και της τυποποιημένης ποιότητας, όπως ευελιξία στην παράδοση και εκτέλεση παραγγελιών, εξατομικευμένη σχεδίαση, καινοτομικές χρήσεις και εφαρμογές και παροχή ολοκληρωμένων συνοδευτικών υπηρεσιών.

ΠΗΓΗ

Δείτε επίσης