Η καταπολέμηση της φοροαποφυγής απασχολεί τα τελευταία χρόνια διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΟΣΑ, η Ε.Ε., το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα, οι οποίοι επικεντρώνονται στον εντοπισμό και στην καταπολέμηση των λεγόμενων καταχρηστικών φορολογικών πρακτικών. Η Ε.Ε. έχει θεσπίσει οδηγία και κανονισμούς για την καταπολέμηση της φοροαποφυγής, η οποία συμφωνήθηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο το 2016.

Το νομοσχέδιο, το οποίο ψηφίσθηκε στη Βουλή στις 15 Απριλίου, ενσωματώνει την παραπάνω οδηγία (1164/2016/ΕΕ) και τροποποιεί διατάξεις της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας, η εφαρμογή των οποίων τείνει να επαναπροσδιορίσει τη φιλοσοφία και την προσέγγιση των φορολογικών ελέγχων επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων, αλλά και να επηρεάσει υφιστάμενους και μελλοντικούς «επιθετικούς» φορολογικούς σχεδιασμούς.

Συγκεκριμένα, από την 1η Ιανουαρίου 2019 ισχύουν οι νέοι φορολογικοί κανόνες σχετικά με την έως τώρα γνωστή ως «τεχνητή διευθέτηση», τις «ελεγχόμενες αλλοδαπές εταιρείες» και τον περιορισμό των φορολογικά εκπεστέων τόκων δανείων.

Το υφιστάμενο άρθρο 38 του ν. 4174/13 αντικαθίσταται και επανακαθορίζει τις περιπτώσεις όπου ο φορολογικός έλεγχος μπορεί να αγνοεί κάθε συναλλαγή, πράξη, δράση ή συμφωνία την οποία θεωρεί ότι αποτελεί «διευθέτηση» που έγινε με κύριο σκοπό την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος και δεν είναι γνήσια.

Η «διευθέτηση» αλλά και σειρά «διευθετήσεων» θεωρείται μη γνήσια αν, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου, δεν έγινε για βάσιμους εμπορικούς λόγους οι οποίοι απηχούν την οικονομική πραγματικότητα.

Η φορολογική διοίκηση φέρει το βάρος της απόδειξης και για τον καθορισμό του γνήσιου ή μη χαρακτήρα της «διευθέτησης», εξετάζει μία ή περισσότερες από ενδεικτικά αναφερόμενες καταστάσεις, όπως π.χ. αν η «διευθέτηση» εφαρμόζεται κατά τρόπον που συνάδει με μια συνήθη επιχειρηματική συμπεριφορά ή οδηγεί σε σημαντικό φορολογικό πλεονέκτημα, αλλά αυτό δεν αντανακλά στους επιχειρηματικούς κινδύνους, τους οποίους αναλαμβάνει ο φορολογούμενος, ή στις ταμειακές ροές του. Επίσης, συναλλαγές μπορεί να θεωρηθούν ως μη γνήσιες αν είναι κυκλικού χαρακτήρα ή το αναμενόμενο περιθώριο κέρδους πριν από το φόρο είναι σημαντικό σε σύγκριση με το ύψος του αναμενόμενου φορολογικού πλεονεκτήματος.

Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι, εκτός των άλλων, ο φορολογικός έλεγχος θα συγκρίνει το ύψος του οφειλόμενου φόρου από τον φορολογούμενο λαμβάνοντας υπόψη την ελεγχόμενη διευθέτηση με τον φόρο που θα προέκυπτε υπό τις ίδιες συνθήκες αν δεν υπήρχε η διευθέτηση.

Σε περίπτωση κατά την οποία μια «διευθέτηση» ή «σειρά διευθετήσεων» κριθούν μη γνήσιες, η φορολογική διοίκηση θα υπολογίσει τη φορολογική υποχρέωση και τις σχετικές κυρώσεις (προσαυξήσεις, πρόστιμα κ.λπ.) με βάση τις διατάξεις οι οποίες θα ίσχυαν αν δεν είχε εφαρμοστεί η «διευθέτηση». Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος ο φορολογούμενος να απολέσει το φορολογικό πλεονέκτημα που παρέχεται για ενδοομιλικά μερίσματα και πληρωμές (άρθρα 48 και 63 του ν. 4172/2013). Δηλαδή, μέρισμα από θυγατρική προς μητρική μπορεί να φορολογηθεί ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα ή να φορολογηθούν τόκοι, δικαιώματα και συναφείς πληρωμές, τα οποία είχαν απαλλαγεί.

Είναι προφανές ότι οι διατάξεις αυτές ενισχύουν το οπλοστάσιο της φορολογικής διοίκησης για την καταπολέμηση της φοροαποφυγής, αλλά είναι βέβαιο ότι θα δημιουργήσουν πλήθος αμφισβητήσεων με τους φορολογουμένους λόγω ασαφών και γενικόλογων ορισμών που περιέχουν. Για παράδειγμα, πώς θα τεκμηριωθεί ο επιχειρηματικός κίνδυνος που ανέλαβε ο φορολογούμενος για να αποφασισθεί αν αντανακλάται στο σημαντικό φορολογικό πλεονέκτημα, ώστε να χαρακτηρισθεί η «διευθέτηση» ως γνήσια; Τι σημαίνει και ποιος καθορίζει τη σημαντικότητα του περιθωρίου κέρδους και πώς θα συγκρίνεται αυτό με το ύψος του αναμενόμενου φορολογικού πλεονεκτήματος;

Τη λύση στο θέμα αυτό αναμένεται να δώσει η προβλεπόμενη από τον νόμο απόφαση του διοικητή της ΑΑΔΕ, η οποία θα καθορίζει τη διαδικασία εφαρμογής των νέων διατάξεων και θα λάβει υπόψη της τη σχετική σύσταση της Ε.Ε. και την αιτιολογική έκθεση, ώστε οι διατάξεις αυτές να εφαρμόζονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

*Ο κ. Γιώργος Σαμοθράκης είναι ορκωτός ελεγκτής λογιστής.