Όλυμπος, στην κορυφή του κατοικούσαν οι Δώδεκα «Ολύμπιοι» Θεοί


Ο Όλυμπος είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας γνωστό παγκοσμίως κυρίως για το μυθολογικό του πλαίσιο, καθώς στην κορυφή του (Μύτικας-2.918 μ.) κατοικούσαν οι Δώδεκα «Ολύμπιοι» Θεοί σύμφωνα με τη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων. Είναι επίσης το δεύτερο σε ύψος βουνό στα Βαλκάνια (μετά τη Ρίλα στη Βουλγαρία), αλλά και σε ολόκληρη την περιοχή της Ευρώπης από τις Άλπεις έως τον Καύκασο. Ο συμπαγής ορεινός του όγκος δεσπόζει επιβλητικός στα όρια Μακεδονίας και Θεσσαλίας, με μια σειρά από ψηλές κορυφές που αυλακώνουν βαθιές χαράδρες, γύρω από τις οποίες εκτείνεται μια περιοχή ιδιαίτερης βιοποικιλότητας. Για την προστασία της μοναδικής αυτής κληρονομιάς, ανακηρύχθηκε ήδη από το 1938 ως ο πρώτος Εθνικός Δρυμός της Ελλάδας.

Κάθε χρόνο χιλιάδες φυσιολάτρες επισκέπτονται τον Όλυμπο, για να θαυμάσουν από κοντά τη γοητεία της φύσης του και να χαρούν την περιήγηση στις πλαγιές του και την κατάκτηση των κορυφών του. Οργανωμένα ορεινά καταφύγια με ποικίλες ορειβατικές και αναρριχητικές διαδρομές βρίσκονται στη διάθεση των επισκεπτών που θέλουν να εξερευνήσουν τις ομορφιές του. Κλασική αφετηρία αποτελεί η κωμόπολη του Λιτόχωρου στους ανατολικούς πρόποδες του βουνού, 100 χλμ από τη Θεσσαλονίκη, όπου στις αρχές κάθε καλοκαιριού καταλήγει ο Ορειβατικός Μαραθώνιος Ολύμπου.

Ο Όλυμπος άρχισε να σχηματίζεται πριν από 200.000.000 χρόνια όταν το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας βρίσκονταν στον πυθμένα μια ρηχής θάλασσας. Τα κύρια υλικά από τα οποία αποτελούνταν οι ορεινοί όγκοι ήταν διάφορα είδη σχιστόλιθων, μάρμαρα, δολομίτες ασβεστόλιθοι και άλλα, από τα οποία αργότερα σχηματίστηκαν τα σημερινά πετρώματα στις διάφορες περιοχές του Ολύμπου. Για παράδειγμα, στον Άγιο Διονύσιο επικρατούν οι ασβεστόλιθοι και οι δολομίτες, στον Μύτικα, στην ψηλότερη κορυφή συναντά κάποιος δολομίτες και δολομιτικούς ασβεστόλιθους. Στην περιοχή Βαλάμα υπάρχουν πολλοί ασβεστόλιθοι.

Το σχήμα του Ολύμπου, η πολυμορφία της φύσης του, οι ψηλές κορυφές του προκάλεσαν δέος και θαυμασμό στον προϊστορικό άνθρωπο που κατοίκησε στους πρόποδές του, όπου οι ανασκαφές αποκάλυψαν ευρήματα από οικισμούς στην εποχή του σιδήρου. Επίσης ο Όλυμπος στην Ιλιάδα ονομάζεται "μέγας ή μακρύς ή αιγληείς (δηλ. λαμπρός), πολύδενδρος κ.ά.

 



Σύμφωνα με την ιστορία οι πρώτοι κάτοικοι του Ολύμπου ήταν Πελασγοί, που θεωρούνταν απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Οι πρώτοι απόγονοί τους ήταν οι Περραιβοί από τους οποίους πήρε το όνομά της η Περραιβία, περιοχή της Θεσσαλίας που βρίσκεται ανάμεσα στον Πηνειό ποταμό και τον Όλυμπο (η σημερινή Λάρισσα). Στην άλλη πλευρά του βουνού, στη στενή λωρίδα μεταξύ Πηνειού και Αλιάκμονα, κατοικούσαν οι Πιεριείς, που πιθανόν προέρχονταν από τους Θράκες, αν και δεν είχαν πολλά κοινά χαρακτηριστικά με αυτούς.

 


Ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος συνήθιζαν να οργανώνουν μεγάλες γιορτές στο Δίον από κάθε εκστρατεία.

Από όλους τους οπτικούς άξονες και σε μεγάλη ακτίνα, ο Όλυμπος σφραγίζει την Πιερία της Μακεδονίας και την Περραιβία της Θεσσαλίας. Είναι φυσικό οχυρό των συνόρων τους αφήνοντας τρία μόνο περάσματα και αυτά δύσκολα για τα μέσα της εποχής: το πέρασμα των Τεμπών, τη δίοδο της Ζηλιάνας και τα στενά της Πέτρας. Ο Όλυμπος υπήρξε μάρτυρας πολλών γεγονότων. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά είναι η εισβολή του Ξέρξη το 480π.Χ. Από την ακτή της Θεσσαλονίκης, ο Ξέρξης θαύμασε τον Όλυμπο και την Όσσα και στη συνέχεια παρέμεινε στην περιοχή αρκετές μέρες προκειμένου να προωθήσει τα στρατεύματά του στη Θεσσαλία μέσω του Ολύμπου. Δεν επέλεξε να περάσει μέσα από τα Τέμπη γιατί φυλάσσονταν πολύ καλά, αλλά επέλεξε μια δύσβατη ορεινή διαδρομή που ο Ηρόδοτος ονομάζει "άνω οδόν".



Το 171 π.Χ. ο Περσέας απέκλεισε τα στενά περάσματα και έτσι ο Όλυμπος ήταν για δύο χρόνια απαγορευτικός για τους Ρωμαίους. Το 169 π.Χ. ωστόσο, οι Ρωμαίοι κατόρθωσαν να κατέβουν μεταξύ Λεβήθρων και Ηρακλείου (σημερινός Πλαταμώνας) και να στρατοπεδεύσουν νότια από το Λιτόχωρο. Παραπλανώντας τον Περσέα, εισέβαλαν το 168 π.Χ. από τα στενά της Πέτρας ή των Κανάλων όπως υποστηρίζει ο Αρβανιτόπουλος. Οι πόλεις του Ολύμπου παρήκμασαν εκτός από το Δίον που έγινε Ρωμαϊκή αποικία και έδρα επισκοπής από τα πρώτα παλαιοχριστιανικά χρόνια.

Στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι κατέκτησαν τον Όλυμπο. Όμως εισέβαλαν περισσότερο ως μετανάστες παρά ως κατακτητές. Γι' αυτούς ο Όλυμπος δεν ήταν το οχυρό της μάχης, αλλά ένα καταφύγιο όπου θα μπορούσαν να φτιάξουν τους οικισμούς τους και να εγκατασταθούν.

Οι Βλάχοι πιθανόν να έφτασαν ταυτόχρονα με τους Σλάβους. Από τα τέλη του 10ου αιώνα, η Θεσσαλία δέχθηκε τις επιδρομές των Βλάχων και τον 12ο αιώνα η ίδια η Θεσσαλία παίρνει το όνομα Μεγάλη Βλαχία, μια ονομασία που διατήρησε μέχρι την άφιξη των Τούρκων.

Κατά τη διάρκεια της Τουρκικής κατοχής ο Όλυμπος έπαιξε επίσης ένα πολύ σημαντικό ρόλο. Αποτέλεσε το κρησφύγετο των αρματολών και των κλεφτών. Στον κάμπο της Θεσσαλίας οι πασάδες μοίρασαν την περιοχή σε πασαλίκια (μεγάλα τσιφλίκια) τα οποία διοικούσαν οι μεγαλογαιοκτήμονες, που ήταν υποτελείς στον πασά. Έτσι οι Έλληνες έγινα οι γεωργοί των Τούρκων.

Αντίθετα οι κάτοικοι των βουνών γύρω από τη Θεσσαλία και ειδικά αυτοί του Ολύμπου αντιστάθηκαν στους Τούρκους και πολύ σύντομα έγιναν ο πιο τρομερός εχθρός τους. Έτσι ο Όλυμπος έγινε "η πρωτεύουσα των παλικαριών" και το "ιερό βουνό των κλεφτών". Η ύπαρξη των αρματολών έδινε την ψευδαίσθηση της ελευθερίας στους σκλαβωμένους Έλληνες και έτσι ένοιωθαν ότι δεν ήταν παραδομένοι στους Τούρκους. Ο Όλυμπος έγινε γι' αυτούς μια όαση ανεξαρτησίας, μια πατρίδα πάνω στο βουνό, ένα καταφύγιο για τους καταπιεσμένους. Η αντίστασή τους εξαπλώθηκε και απέκτησε εθνικό χαρακτήρα.
Χαρακτηριστικό της ομάδας των Μακεδονομάχων Πιερίας αποτελούσε το ζωντανό ελάφι με το οποίο απεικονίζονται.



Το 1878 έγινε η μεγάλη Επανάσταση του Ολύμπου και στις 3 Μαρτίου υψώθηκε η Ελληνική σημαία στο Λιτόχωρο και έγινε προσωρινή Κυβέρνηση της Μακεδονίας με πρόεδρο τον γιατρό Ε. Κοροβάγκο. Το κίνημα, ωστόσο, απέτυχε. Στο Συνέδριο του Βερολίνου ορίστηκε επιτροπή για τον καθορισμό των συνόρων και έγιναν οι πρώτες χαρτογραφικές μετρήσεις στον Όλυμπο. Η απελευθέρωση ήρθε το 1912 με τον Βαλκανικό πόλεμο.

Στα νεότερα χρόνια μετά το 1900 στον Όλυμπο έδρασαν οι ληστές. Στη διάρκεια της εισβολής των Γερμανών το 1941, ο ελληνικός στρατός μαζί με μονάδες Νεοζηλανδών και Αυστραλών έδωσε σημαντικές νικηφόρες μάχες. Αμέσως μετά φώλιασε η Εθνική Αντίσταση.
Οι κορυφές "στεφάνι" (θρόνος του Δία) και Μύτικας (Πάνθεον) του Ολύμπου, που χιονισμένος αστράφτει τις ηλιόλουστες μέρες (φωτ. Τ. Τλούπας)


2. Μυθολογία

Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Όλυμπος ήταν ο τόπος της κατοικίας των δώδεκα θεών. Ο Δίας κατοικούσε στην ψηλότερη κορυφή, έχοντας στο πλευρό του τη Θέμιδα (σύμβουλο), το Γανυμήδη (οινοχόο), τον Ερμή (αγγελιαφόρο), την Ήρα και την Ίριδα. Χαμηλότερα κατοικούσαν οι άλλοι θεοί, οι οποίοι ανέβαιναν τακτικά στα ανάκτορα του Δία για συμπόσια και συνεδριάσεις. Στα δάση του Ολύμπου κατοικούσαν οι Μούσες. Σπουδαιότεροι συγγραφείς που αναφέρουν τον Όλυμπο ως κατοικία των θεών είναι ο Όμηρος, ο Ησίοδος, ο Αισχύλος, ο Πίνδαρος, ο Σοφοκλής, ο Πλάτωνας, ο Δημοσθένης κ.ά. Τα διάφορα ευρήματα (λίθινα, μαρμάρινα, πήλινα κ.ά.) μαρτυρούν ότι ο Όλυμπος υπήρξε μεγάλο κέντρο λατρείας των θεών και ιδιαίτερα του Δία. Στην περιοχή υπήρχαν οι πόλεις Γόννος, Ολοσσώνα (κοντά στη σημερινή Ελασσόνα), Δολίχη, Άζωρος, Φίλα, Ηράκλειο, Λείβηθρα (σημερινά Κανάλια), Πίμπλεια (μπάρα) κ.ά. Λείψανα λατρείας βρέθηκαν και στην κορυφή του Αγίου Αντωνίου (2.817 υψόμετρο).



Οι αρχαίοι Έλληνες ασχολήθηκαν με την αρχή του κόσμου και τη γέννηση των αμέτρητων θεών τους. Με την πλούσια φαντασία τους έφτιαξαν τεράστιες γενεαλογίες που φανέρωναν τους προγόνους των δώδεκα Ολύμπιων θεών, αλλά και όλων των μικρότερων που λάτρευαν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Πρέπει να τονίσουμε όμως ότι κέντρο λατρείας αποτελούσε το βουνό Όλυμπος .

Επίσης, έπλασαν καταπληκτικούς μύθους που εξηγούσαν πώς ο Δίας και οι υπόλοιποι Ολύμπιοι κατέλαβαν την απόλυτη εξουσία στο ελληνικό πάνθεο.

Σύμφωνα με την αρχαιότερη παράδοση που μας αφηγείται ο Όμηρος, πατέρας των θεών ήταν ο Ωκεανός, που περικύκλωνε ολόκληρο το σύμπαν. Από το σμίξιμό του με τη σύζυγό του Τηθύ προήλθαν όλοι οι υπόλοιποι θεοί. Ο Ωκεανός παρουσιάζεται από τον Όμηρο σαν ένας ηλικιωμένος, ασπρομάλλης γέροντας, με γλυκό χαμόγελο, ήσυχος, που ποτέ δεν παίρνει μέρος στους καβγάδες των θεών και κατοικεί μακριά από τη γη και τον Όλυμπο.



Πολύ πιο ολοκληρωμένος είναι ο μύθος που μας αφηγείται ο Ησίοδος στη "Θεογονία" του για την αρχή του κόσμου και την καταγωγή των θεών:

"Στην αρχή λοιπόν ήταν το Χάος, η Γη και ο Έρωτας. Αυτές οι τρεις πρωταρχικές θεότητες δεν είχαν συγγενική σχέση μεταξύ τους, απλώς εμφανίστηκαν η μία μετά την άλλη. Το Χάος ήταν θεοσκότεινο, μαύρο και άραχνο χωρίς κανένα ίχνος ζωής. Απόλυτη σιωπή βασίλευε παντού. Αυτό το τρομακτικό, αρχικό ον ήταν απέραντο, δεν είχε αρχή μήτε τέλος. Ήταν τόσο αχανές, ώστε αν κάποιος ζούσε εκείνη την εποχή και μπορούσε να πετάξει, θα πετούσε σ' όλη του τη ζωή χωρίς να μπορέσει να φτάσει κάποτε σε κάποια κορυφή. Αλλά, και αν συνέβαινε το αντίθετο, δηλαδή αν κάποιος άρχιζε να πέφτει στο κατάμαυρο κενό, το Χάος, θα έπεφτε σ' όλη του τη ζωή χωρίς να φτάσει ποτέ του σε κάποιο τέλος".

"Μέσα στην απεραντοσύνη του κοσμικού χρόνου προήλθαν κάποτε από το Χάος, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο ερωτικό σμίξιμο, δύο παράξενα όντα, το Έρεβος και η Νύχτα. Ήταν και αυτά τα όντα κατάμαυρα και σκοτεινά με τεράστιες φτερούγες. Θεόρατα και αλλοπρόσαλλα στέκονταν το ένα απέναντι από το άλλο ανοιγοκλείνοντας τα μαύρα μάτια τους, χωρίς να ανταλλάσσουν μεταξύ τους ούτε κουβέντα. Η απόλυτη ησυχία και η μοναξιά συνέχισε να κυριεύει το σύμπαν. Η μόνη διαφορά τους από το Χάος ήταν ότι είχαν αρχή και τέλος. Ήταν βέβαια πελώρια και θα χρειάζονταν κάποιος να τρέχει μήνες ολόκληρους για να φτάσει από τη μια φτερούγα τους στην άλλη, σίγουρα όμως θα έβρισκε κάποιο τέλος.


Όλο αυτό το σκοτάδι και η σιωπή βασίλευαν μέχρι τη στιγμή που ο Έρωτας, η τελευταία από τις τρεις πρωταρχικές θεότητες, μπήκε ανάμεσα στα δύο φοβερά όντα. Με την επίδραση του Έρωτα άρχισε η απόλυτη ψυχρότητα να εγκαταλείπει τις δύο μυστήριες υπάρξεις. Αντάλλαξαν τις πρώτες τους κουβέντες και κατάφεραν έτσι να διώξουν την ατέλειωτη μοναξιά που τους κυρίευε τόσους αιώνες".

"Και να σε λίγο που από την παράξενη αυτή σχέση ξεπετάχτηκε ο Αιθέρας. Αστραφτερός και λαμπερός, με διάφανες φτερούγες, ακτινοβολούσε το θείο φως του προς όλες τις κατευθύνσεις. Ήταν χαμογελαστός και πανέμορφος με τεράστιο σώμα, μα με αρμονικά μέλη και κατάλευκο δέρμα. Άπλωσε τα τεράστια σκέλη του σ' ολόκληρο το σύμπαν και σκόρπισε τη λάμψη του στο θεοσκότεινο Χάος. Αλλά να που εμφανίζεται και μια άλλη παρόμοια θηλυκή θεότητα, η Ημέρα. Λαμπρή, κατάξανθη, πανώρια κόρη με κατάλευκες φτερούγες, έριξε αμέσως το αστραποβόλο βλέμμα της στον Αιθέρα και του χαμογέλασε. Αυτός μόλις αντίκρισε ένα παρόμοιο μ' αυτόν και φωτεινό πλάσμα χάρηκε πάρα πολύ. Τα δυο αδέρφια χαρούμενα και παιχνιδιάρικα έφεραν την ευτυχία μέσα στον κόσμο. Έπαιζαν και κυνηγιούνταν μέσα στο απέραντο σύμπαν και κρύβονταν πίσω από τους τεράστιους μετεωρίτες. Συχνά, νευρίαζαν με τις σκανταλιές και τις φασαρίες τους, τους γερασμένους γονείς τους, που κατά βάθος όμως καμάρωναν για τα ολόλαμπρα παιδιά τους".

 



"Ο Αιθέρας συμβόλιζε για τους αρχαίους το πάνω μέρος της ατμόσφαιρας, που αποτελεί το πιο καθαρό μέρος του αέρα. Η Ημέρα συμβόλιζε φυσικά τη μέρα, το τμήμα του εικοσιτετραώρου που είναι λουσμένο στο φως και διαδέχεται διαρκώς τη νύχτα".


 Η βιοποικιλότητα του Ολύμπου

Η έρευνα των φυτών του Ολύμπου άρχισε πριν 150 χρόνια, όταν το 1836 Γάλλος βοτανολόγος Aucher-Eloy άρχισε να μελετά τα φυτά του Ολύμπου. Από τότε έχουν παρατηρηθεί 1700 είδη φυτών δηλαδή περίπου το 25% της Ελληνικής χλωρίδας.

Τα περισσότερα από αυτά που βρίσκονται σε χαμηλό υψόμετρο είναι τα συνηθισμένα μεσογειακά και κεντροευρωπαϊκά είδη. Το είδος Jankaea heldreichii, φυτικό λείψανο από την εποχή των παγετώνων, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους επιστήμονες. Στη γυμνή από δένδρα αλπική ζώνη υπάρχουν πάνω από 150 είδη φυτών. Από αυτά τα μισά βρίσκονται μόνο στη Βαλκανική χερσόνησο και τα 23 μόνο στον Όλυμπο και πουθενά αλλού.
   


Ενδημικά αγριολούλουδα στις ρεματιές του Ολύμπου


Η πανίδα του Ολύμπου, που δεν έχει μελετηθεί συστηματικά μέχρι σήμερα, περιλαμβάνει σημαντική ποικιλία ειδών. Έχουν καταγραφεί 32 είδη θηλαστικών, στα οποία περιλαμβάνονται το αγριοκάτσικο, το ζαρκάδι, το αγριογούρουνο, η αγριόγατα, το κουνάβι, η αλεπού, ο σκίουρος κ.ά. Έχουν εντοπιστεί επίσης 108 είδη πτηνών, πολλά από τα οποία, ιδιαίτερα αρπακτικά, είναι σπάνια και προστατεύονται αυστηρά από διεθνείς συμβάσεις.

Υπάρχουν ακόμα και τα συνηθισμένα ερπετά του ελληνικού χώρου (φίδια, χελώνες, σαύρες κ.ά.) και ορισμένα αμφίβια στα ρέματα και στις εποχιακές λίμνες, καθώς και μια μεγάλη ποικιλία εντόμων, κυρίως πεταλούδες, για τις οποίες ο Όλυμπος φημίζεται.

Στην αρχαιότητα υπήρχαν λιοντάρια (Παυσανίας), ενώ τουλάχιστον μέχρι τον 16ο αιώνα υπήρχαν αρκούδες (Βίος Αγίου Διονυσίου του Ανωτέρου).

Στον Όλυμπο, υπάρχουν τα Δάση ορεινών πεύκων, τα δάση φυλλοβόλων και τα λιβάδια. Στα Δάση ορεινών πεύκων σχεδόν η μισή επιφάνεια του Ολύμπου σκεπάζεται από δάση μαύρης πεύκης και ρόμπολου.
Τα κοντόχοντρα ρόμπολα είναι από τα πιο ανθεκτικά στο κρύο κωνοφόρα και φυτρώνουν ως τα 2600 μ. υψόμετρο.

Λίγα δάση από φυλλοβόλα δέντρα υπάρχουν στον Όλυμπο. Δάση οξιάς, με διάσπαρτα έλατα, κρύβονται στις σκιερές και υγρές πλευρές των χαραδρών. Στο υγρό και ανακατεμένο με κροκάλες έδαφος, οι συστάδες οξιάς συνοδεύονται από διάφορα είδη μικρών φυτών (αρκουδοπούρναρο, ίταμος, λαγομηλιά, φτέρες κ.ά.). Στις πιο χαμηλές χαράδρες φυτρώνει ποικιλία από φυλλοβόλα δέντρα (φτέρες, οστριά, γαύροι, μελιές, κ.ά.), λείψανα από την εποχή που το κλίμα ήταν πιο υγρό. Στους βόρειους πρόποδες του βουνού απομένουν κάποια από τα δρυοδάση που άλλοτε σκέπαζαν όλη την πεδινή Ελλάδα. Μια γραμμή από ιτιές ή πλάτανους σημαδεύει την κοίτη κάθε ρεματιάς.


Δάσος από πεύκη, μαύρη πεύκη και δρυ στο φαράγγι του Ενιπέα.

Οι δυτικές και νότιες πλαγιές του Ολύμπου μοιάζουν από μακριά γυμνές από βλάστηση, αλλά στην πραγματικότητα σκεπάζονται από αραιούς θάμνους (τετραγκαθιές, πυξάρι, δάφνη κ.ά.). Η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας στις προσήλιες αυτές πλαγιές, όπου το χιόνι λιώνει γρήγορα, φαίνεται ότι εξαφάνισε τα δάση από φυλλοβόλες δρυς που υπήρχαν εδώ κατά τους Νεολιθικούς χρόνους. Πυκνά πυξάρια φυτρώνουν και στα ανοίγματα του δάσους μαύρης πεύκης. Οι πρόποδες του βουνού σκεπάζονται από πυκνούς και ψηλούς θάμνους (δάφνη, φυλλίκι, αριά κ.ά.)

Στους πρόποδες του βουνού βρίσκουμε θαμνώνες, όπου ξεχωρίζουν το πουρνάρι με τα αγκαθωτά φύλλα, η αριά με τα φύλλα παρόμοια με της ελιάς και η γλιστροκουμαριά με το σχισμένο κόκκινο φλοιό. Τα κόκκινα φθινοπωρινά φύλλα του κότινου (χρυσόξυλου) και τα ρόδινα ανοιξιάτικα λουλούδια της κουτσουπιάς δίνουν χρώμα στους ταπεινούς αυτούς θαμνώνες. Εκεί που ο Όλυμπος συναντάται με τα γειτονικά βουνά βρίσκουμε δάση πλατύφυλλης δρυός με φύλλα μεγάλα όσο μια ανθρώπινη παλάμη.

Στα δάση του Ολύμπου κυριαρχεί το μαυρόπευκο, που αναγνωρίζεται από τον λεπτό και ευθύγραμμο κορμό. Δίπλα στη Μονή Αγ. Διονυσίου μπορούμε να δούμε μερικούς ίταμους, που μοιάζουν με έλατα αλλά είναι εξαιρετικά δηλητηριώδεις και έχουν κόκκινους καρπούς. Κάτω από τις οξιές φυτρώνει το μοναχικό αρκουδοπούρναρο με τα κερωμένα, αγκαθωτά φύλλα. Στα ξέφωτα λάμπουν οι κατακόκκινοι καρποί της κρανιάς, ενώ οι σκίουροι σωριάζουν άδεια τσόφλια κάτω από τις φουντουκιές.

 



Ενδημικά φυτά κολλημένα στο βράχο

Στις αλπικές κορυφές επιβιώνουν πολλά είδη φυτών με βόρεια προέλευση, που απομονώθηκαν εδώ όταν το κλίμα έγινε θερμότερο και διακόπηκε η επικοινωνία με την κεντρική Ευρώπη. Ορισμένα από αυτά συνέχισαν μοναχικά τον εξελικτικό τους δρόμο και έγιναν ενδημικά του Ολύμπου.

Τα πιο πολλά από τα 26 ενδημικά είδη στον Όλυμπο φυτρώνουν αποκλειστικά στις σχισμές του βράχου και ανάμεσα στις πέτρες της σάρρας.
Η Achillea ambrosia φυτρώνει μόνο στις βραχώδεις κορυφές με υψόμετρο μεγαλύτερο από 2100μ., η Potentilla deorum και η Viola striis-notata κυριαρχούν στις σάρρες μεγάλου υψομέτρου, ενώ η γαλάζια καμπανούλα Campanula oreadum φυτρώνει σε βραχώδης ρεματιές στο δασο-όριο.

Η Jankaea Heldreichii, με το χαρακτηριστικό ρόδακα από ασημόχρωμα φύλλα που στολίζει τις σκιερές σχισμές των βράχων σε υψόμετρο  400-2400μ., είναι ένα ζωντανό απολίθωμα από το τεταρτογενές και το μοναδικό ευρωπαικό μέλος μιας οικογένειας που ζει στα τροπικά δάση.