Γαστρονομικός τουρισμός: Ήρθε η ώρα να τον πάρουμε στα σοβαρά

 

 

Της ΛΙΤΣΑΣ ΑΜΜΑΝΑΤΙΔΟΥ – ΠΑΣΧΑΛΙΔΟΥ, βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ

Τα τελευταία χρόνια έχει διαπιστωθεί η ανάγκη για τη διαμόρφωση ενός νέου πλαισίου για την ανάπτυξη του τουρισμού. Στο πλαίσιο αυτό έχουν ξεπηδήσει διάφορες τάσεις για εναλλακτικές μορφές τουρισμού (αγροτουρισμός, γαστρονομικός, φυσιολατρικός, ιαματικός, προσκυνηματικός τουρισμός κ.λ.π.). Η Ελλάδα, δυστυχώς, αν και είναι μια χώρα στην οποία η τουριστική δραστηριότητα συνεισφέρει ένα σημαντικό ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, δεν έχει επενδύσει αρκετά σε χρόνο, χρήμα και γνώση για την ανάπτυξη τέτοιων μορφών τουρισμού. Αντίθετα, παρά τα γενικώς λεγόμενα, η κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής για τον τουρισμό παραμένει εγκλωβισμένη στα παραδοσιακά σχήματα.

Κάθε μορφή τουριστικής δραστηριότητας είναι άμεσα συνδεδεμένη, τόσο με τις υπόλοιπες του ίδιου τομέα, όσο και με τη γενική οικονομική δραστηριότητα. Ο «γαστρονομικός τουρισμός» λοιπόν αποτελεί έναν ακόμη κρίκο της τουριστικής αλυσίδας, στην οποία συνδέονται τόσο οι παραδοσιακές, όσο και οι εναλλακτικές μορφές τουρισμού.

Επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον μου στη Βόρεια Ελλάδα έχω να κάνω κάποιες σύντομες παρατηρήσεις. Πρόκειται για μια ευρεία, ανομοιογενή γεωγραφικά περιοχή με μεγάλη ποικιλία πολιτιστικών (άρα και διατροφικών) παραδόσεων. Στην περιοχή δεν υπάρχει πραγματική συμβατικού τύπου τουριστική ανάπτυξη (ίσως μόνο η Χαλκιδική ακολουθεί το συμβατικό μοντέλο).

Η οικονομία της είναι κατά βάση αγροτική με αρκετά προϊόντα ΠΟΠ και ΠΓΕ. Φαίνεται πως είναι ιδανική για την ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών τουρισμού και δη  του γαστρονομικού. Τα οφέλη από την ανάπτυξη του γαστρονομικού τουρισμού για τη Βόρεια Ελλάδα  είναι «αυτονόητα».

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο είναι δυνατή η ουσιαστική ενίσχυση των τοπικών κοινωνιών μέσα απ’ την ενίσχυση της απασχόλησης, η οποία προφανώς μπορεί να προκύψει απ’ την τόνωση της αγροτικής παραγωγής και την ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας και μέσα από συνεταιρισμούς-κυρίως γυναικείους- τόσο της σχετικής με την τυποποίηση και τη μεταποίηση των αγροτικών προϊόντων, όσο και της σχετικής με την παροχή υπηρεσιών.

Τ’ «αυτονόητα» αυτά οφέλη δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτονόητα, αν η γαστρονομία δεν ενταχθεί σε ένα συνολικότερο πλαίσιο στρατηγικής. Είναι απαραίτητη καταρχάς η στήριξη της πρωτογενούς παραγωγής, των προϊόντων που καθορίζουν την ιδιαιτερότητα ενός τόπου. Για παράδειγμα  πρέπει οπωσδήποτε να διαφυλαχθούν οι τοπικές ποικιλίες των διάφορων αγροτικών προϊόντων, ή να διατηρηθούν οι τοπικές φυλές των ζώων και οι ιδιαίτερες συνθήκες της διαχείρισής τους. Η συνοδευτική της πρωτογενούς παραγωγής επιχειρηματική δραστηριότητα είναι ευκταίο να προέρχεται από τις τοπικές κοινωνίες, ώστε σ’ αυτές να καταλήγουν και τα όποια κέρδη προκύπτουν.
 
Ο γαστρονομικός είναι μία μορφή ποιοτικού τουρισμού. Η έννοια όμως του ποιοτικού τουρισμού είναι απαραίτητο να διασαφηνιστεί. Ο ποιοτικός τουρισμός δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον «τουρισμό πολυτελείας».

Δε συνδέεται μόνο με τις οικονομικές δυνατότητες των επισκεπτών, ούτε μόνο με την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και προϊόντων (πράγμα που είναι πολύ σημαντικό μια και μιλάμε για γαστρονομία). Βασική παράμετρος για τη διαμόρφωση ενός «δείκτη ποιότητας» δεν είναι μόνο «πόσα» είναι διατεθειμένος να ξοδέψει ο εύπορος τουρίστας, αλλά και πόσο στενοί δεσμοί αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων (παραγωγών, παρόχων υπηρεσιών και καταναλωτών –χρηστών) και των τόπων.

Αν ο γαστρονομικός τουρισμός περιοριστεί μέσα στο στενό πλαίσιο του συμβατικού τουρισμού «πολυτελείας» μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να προσφέρει κάποιους αριθμούς σε κάποιους δείκτες οικονομικούς, αλλά δεν θα καταφέρει να αποδώσει στην ελληνική κοινωνία όλα όσα υπάρχει η δυνατότητα να συνεισφέρει. Η γαστρονομία είναι συνυφασμένη με την παράδοση μιας περιοχής, αποτελεί ένα κομβικό σημείο της. Συνδυάζονται σ’ αυτήν οι επιταγές του φυσικού περιβάλλοντος και οι ιδιαίτερες πολιτιστικές συνθήκες. Είναι αποτέλεσμα της ορθολογικής, όπως παραδοσιακά γινόταν, διαχείρισης των φυσικών πόρων και της πολιτιστικής παράδοσης ενός τόπου.

Η εμμονή σε κάθε συζήτηση για τη γαστρονομία όσων καθορίζουν την τουριστική πολιτική στην περίφημη – από κάθε άποψη- «μεσογειακή διατροφή» είναι ισχυρή ένδειξη ότι ούτε σ’ αυτήν την κατεύθυνση δεν έχουν διάθεση να ξεπεράσουν τα στερεότυπα. Δεν πρόκειται ποτέ να ξεφύγουν από την πολιτική του  τρίπτυχου «ήλιος - θάλασσα- αρχαιότητες (όχι πολιτισμός)», στο οποίο θα προσθέσουν και τη «μεσογειακή διατροφή».

Στην Ελλάδα με το φυσικό και πολιτιστικό της πλούτο υπάρχουν πραγματικά μεγάλες δυνατότητες για την ανάπτυξη παραγωγικών δραστηριοτήτων με βάση τη γαστρονομία, αλλά το ζητούμενο είναι η ανάπτυξη των συγκεκριμένων στρατηγικών και πολιτικών.

 

www.ammanatidou.gr