Τα έργα πρέπει να επιφέρουν ουσιαστικές μειώσεις εκπομπών: τουλάχιστον 50% εντός τεσσάρων ετών και 85% μέχρι το τέλος της περιόδου σύμβασης των 15 ετών.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε ένα φιλόδοξο γερμανικό πρόγραμμα κρατικών ενισχύσεων, ύψους 5 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο στοχεύει στον ριζικό μετασχηματισμό των βιομηχανικών παραγωγικών διαδικασιών. Το μέτρο αυτό εντάσσεται στην ευρύτερη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την επίτευξη των κλιματικών στόχων και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας μέσω της πράσινης μετάβασης.
Στο πλαίσιο του προγράμματος, οι επιλέξιμες επιχειρήσεις καλούνται να αντικαταστήσουν τα ορυκτά καύσιμα με εναλλακτικές λύσεις χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Οι τεχνολογίες που υποστηρίζονται περιλαμβάνουν τον πλήρη ηλεκτρισμό της παραγωγής, τη χρήση υδρογόνου, καθώς και συστήματα δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα (CCS/CCU). Το πρόγραμμα εστιάζει κυρίως σε ενεργοβόρους κλάδους, όπως η παραγωγή χάλυβα, τσιμέντου, χημικών, γυαλιού και χαρτιού.
Η επιλογή των έργων που θα χρηματοδοτηθούν θα γίνει μέσα από μια αυστηρή ανταγωνιστική διαδικασία υποβολής προσφορών. Κριτήριο επιλογής αποτελεί η σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας, δηλαδή η μέγιστη μείωση εκπομπών CO2 με το ελάχιστο δυνατό κόστος ενίσχυσης. Οι δεσμεύσεις για τις επιχειρήσεις είναι αυστηρές: πρέπει να επιτύχουν μείωση εκπομπών κατά τουλάχιστον 50% εντός τετραετίας και κατά 85% έως τη λήξη των 15ετών συμβάσεων.
Ο οικονομικός μηχανισμός της ενίσχυσης βασίζεται στις «αμφίδρομες συμβάσεις επί της διαφοράς» (carbon contracts for difference). Αυτό σημαίνει ότι το κράτος καλύπτει το επιπλέον κόστος που συνεπάγεται η χρήση καθαρών τεχνολογιών σε σχέση με τις συμβατικές. Ωστόσο, εάν στο μέλλον οι καθαρές τεχνολογίες καταστούν οικονομικά αποδοτικότερες από τις παλιές, οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να επιστρέψουν τη διαφορά στο κράτος, διασφαλίζοντας έτσι τη δίκαιη χρήση των δημόσιων πόρων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αξιολογώντας το μέτρο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση είναι απαραίτητη για την κινητοποίηση επενδύσεων που δεν θα πραγματοποιούνταν υπό κανονικές συνθήκες αγοράς. Παράλληλα, διασφαλίζεται ότι οι επιπτώσεις στον ανταγωνισμό εντός της ΕΕ θα είναι περιορισμένες, καθώς το πρόγραμμα απαιτεί την πλήρη συμμόρφωση με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για το ανανεώσιμο υδρογόνο και την προστασία του περιβάλλοντος.