Η Ελλάδα εξάγει ό,τι δεν παράγει — Το παράδοξο της μπανάνας

Οι εξαγωγές τροφίμων ανεβαίνουν, το ελαιόλαδο υποχωρεί και το παράδοξο της μπανάνας επιμένει

 Του Γιώργου Μπακόλα

Η ελληνική αγροδιατροφή ενισχύει την παρουσία της στις διεθνείς αγορές, αλλά πίσω από τη γενική άνοδο κρύβεται μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα. Στο επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026 οι εξαγωγές τροφίμων και ζώντων ζώων έφθασαν τα 5,984 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 10,2%, την ώρα που η κατηγορία των ζωικών και φυτικών λαδιών υποχώρησε κατά 18,7%.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι τα τρόφιμα εξελίσσονται σε έναν από τους σταθερότερους εξαγωγικούς πυλώνες της χώρας. Δείχνουν όμως και κάτι ακόμη: οι αριθμοί του εξωτερικού εμπορίου χρειάζονται προσεκτική ανάγνωση, επειδή άλλο είναι ένα προϊόν που παράγεται στην Ελλάδα και δημιουργεί εγχώρια προστιθέμενη αξία και άλλο ένα προϊόν που εισάγεται, περνά από τα ελληνικά εμπορικά δίκτυα και στη συνέχεια επανεξάγεται. Η μπανάνα είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δεύτερης κατηγορίας.

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, τον Ιούλιο οι συνολικές ελληνικές εξαγωγές ήταν αυξημένες κατά 15,9% σε σχέση με τον Ιούλιο του 2025. Στο σύνολο του επταμήνου, η επεξεργασία των στοιχείων από τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Εξαγωγέων καταγράφει αύξηση 14,9%, με εννέα από τις δέκα μεγάλες κατηγορίες εμπορευμάτων να βρίσκονται σε θετικό έδαφος.

Για την αγροδιατροφή, όμως, το ενδιαφέρον βρίσκεται στη σύνθεση της ανόδου. Οι εξαγωγές τροφίμων και ζώντων ζώων αυξήθηκαν από 5,433 δισ. ευρώ στο επτάμηνο του 2025 σε 5,984 δισ. ευρώ φέτος. Μέσα σε έναν χρόνο προστέθηκαν, δηλαδή, περίπου 552 εκατ. ευρώ εξαγωγικής αξίας. Η αύξηση του 10,2% είναι μάλιστα υψηλότερη από την άνοδο αρκετών μεγάλων βιομηχανικών κατηγοριών: τα βιομηχανικά προϊόντα ενισχύθηκαν κατά 5,4%, τα χημικά κατά 5,1% και τα μηχανήματα κατά 9,8%.

Η γεωγραφία των πωλήσεων έχει επίσης σημασία. Τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι τα τρόφιμα και τα ζώντα ζώα έχουν ιδιαίτερα ισχυρή συμμετοχή στις ελληνικές εξαγωγές τόσο προς την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και προς τις τρίτες χώρες. Τον Ιούλιο αντιπροσώπευαν το 23% της κατανομής των εξαγωγών προς την Ε.Ε. και το 45% της αντίστοιχης κατανομής προς τρίτες χώρες.

Υπάρχει, ωστόσο, ένας μεγάλος χαμένος στην εικόνα του επταμήνου. Τα «λάδια και λίπη ζωικής ή φυτικής προέλευσης», όπου βρίσκεται και το ελαιόλαδο, υποχώρησαν από 651 εκατ. ευρώ σε 529 εκατ. ευρώ. Χάθηκαν έτσι περίπου 122 εκατ. ευρώ εξαγωγικής αξίας, ενώ η πτώση έφθασε το 18,7% στο επτάμηνο και το 20% μόνο τον Ιούλιο.

Η εξέλιξη χρειάζεται προσοχή στην ερμηνεία της. Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν αξία και όχι κατ' ανάγκην όγκο εξαγωγών. Συνεπώς, μια πτώση κατά 18,7% δεν σημαίνει ότι έφυγε από τη χώρα 18,7% λιγότερο ελαιόλαδο. Η αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών μπορεί να μειώνει σημαντικά την αξία των εξαγωγών ακόμη και όταν η μεταβολή των ποσοτήτων είναι πολύ μικρότερη. Η ίδια η ανάλυση του ΠΣΕ αποδίδει την υποχώρηση της κατηγορίας κυρίως στην αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών του ελαιολάδου.

Το Agrocapital έχει παρακολουθήσει αυτή τη μεταβολή της αγοράς και την πίεση που δημιουργεί η σχέση μεταξύ τιμών ελαιολάδου και κόστους παραγωγής. Το κρίσιμο για τον παραγωγό δεν είναι μόνο πόσο προϊόν εξάγει η χώρα, αλλά με ποια τιμή, σε ποια μορφή και με πόση από την τελική αξία να παραμένει στην ελληνική αλυσίδα.

Και κάπου εδώ εμφανίζεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παράδοξα των ελληνικών εξαγωγών: η μπανάνα.

Δεν είναι, όπως συχνά αναπαράγεται, το «δεύτερο πιο εξαγώγιμο προϊόν της Ελλάδας». Από τα διαθέσιμα επίσημα στοιχεία δεν προκύπτει τέτοια κατάταξη και θα ήταν παραπλανητικό να παρουσιαστεί έτσι. Εκείνο που πράγματι συμβαίνει είναι περισσότερο αποκαλυπτικό για τον τρόπο λειτουργίας του εμπορίου: η Ελλάδα εξάγει δεκάδες χιλιάδες τόνους μπανάνας, ενώ ταυτόχρονα εισάγει πολλαπλάσιες ποσότητες του προϊόντος.

Στο πρώτο εξάμηνο του 2025, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησε ο Incofruit-Hellas και αναπαρήγαγαν φορείς του αγροτικού τομέα, η Ελλάδα είχε εισαγάγει 196.075 τόνους μπανάνας, έναντι 164.151 τόνων ένα χρόνο νωρίτερα, σημειώνοντας αύξηση 19,45%. Το 93,4% των εισαγωγών προερχόταν από τον Ισημερινό.

Την ίδια περίοδο, όμως, οι ελληνικές εξαγωγές μπανάνας είχαν φθάσει τους 61.272 τόνους, έναντι 44.105 τόνων το πρώτο εξάμηνο του 2024. Πρόκειται για αύξηση σχεδόν 39% μέσα σε έναν χρόνο. Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ρητά ότι μέρος των εισαγόμενων ποσοτήτων επανεξάγεται σε άλλες, κυρίως γειτονικές, χώρες.

Με άλλα λόγια, για κάθε περίπου τρεις τόνους μπανάνας που εισήγαγε η χώρα στο συγκεκριμένο εξάμηνο, αντιστοιχούσε περίπου ένας τόνος που εμφανιζόταν στη συνέχεια στις εξαγωγές. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε εξαγόμενη μπανάνα ήταν προηγουμένως εισαγόμενη, αλλά η τεράστια διαφορά μεταξύ της περιορισμένης ελληνικής παραγωγής και των εμπορικών ροών, σε συνδυασμό με τα στοιχεία των φορέων της αγοράς, καταδεικνύει τη σημασία των επανεξαγωγών.

Το ίδιο το Agrocapital είχε καταγράψει το φαινόμενο από την πλευρά των εισαγωγών. Στο πρώτο τετράμηνο του 2025 οι εισαγωγές μπανάνας είχαν ήδη φθάσει τους 102.557 τόνους, ενώ αργότερα, με τα στοιχεία έως τον Σεπτέμβριο, είχαν ανέλθει στους 221.902 τόνους, με το 93,5% να προέρχεται από τον Ισημερινό.

Αυτό είναι κάτι περισσότερο από μια στατιστική παραδοξότητα. Δείχνει γιατί η άνοδος των ελληνικών εξαγωγών δεν πρέπει να ταυτίζεται μηχανικά με αντίστοιχη άνοδο της ελληνικής αγροτικής παραγωγής. Οι τελωνειακές εξαγωγές καταγράφουν την κίνηση των εμπορευμάτων προς το εξωτερικό, δεν μετρούν από μόνες τους πόση αξία δημιουργήθηκε στο ελληνικό χωράφι.

Η Ελλάδα μπορεί να λειτουργεί ταυτόχρονα ως παραγωγός, μεταποιητής, εμπορικός κόμβος και διαμετακομιστικό κέντρο. Στη φέτα, στις ελιές, στο γιαούρτι, στα φρούτα ή στο ελαιόλαδο, η σύνδεση με την εγχώρια παραγωγή είναι ισχυρή. Στην μπανάνα, ένα σημαντικό τμήμα της εξαγωγικής δραστηριότητας συνδέεται με εισαγωγές και επανεξαγωγές. Γι' αυτό και η σύγκριση μόνο της συνολικής αξίας των εξαγωγών μπορεί να δημιουργήσει λανθασμένη εικόνα για το πραγματικό αποτύπωμα της ελληνικής γεωργίας.

Η εικόνα του επταμήνου του 2026 παραμένει, πάντως, θετική. Τα 5,984 δισ. ευρώ στα τρόφιμα δείχνουν ότι η αγροδιατροφή αποκτά μεγαλύτερο βάρος στην εξωστρέφεια της χώρας. Η πτώση του ελαιολάδου υπενθυμίζει, από την άλλη πλευρά, πόσο γρήγορα μια μεταβολή των διεθνών τιμών μπορεί να αφαιρέσει εκατοντάδες εκατομμύρια από την αξία των εξαγωγών.

Και η μπανάνα προσθέτει μια τρίτη διάσταση, ίσως την πιο χρήσιμη για την ανάγνωση των αριθμών, δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσα εξάγει η Ελλάδα. Πρέπει να γνωρίζουμε τι παράγει η ίδια, τι εισάγει και επανεξάγει και, τελικά, πόση από την αξία που περνά τα σύνορα επιστρέφει στον Έλληνα παραγωγό και στην ελληνική περιφέρεια