Δασμοί: Πριν αλλάξει το εμπόριο, αλλάζει ο χάρτης της παραγωγής

Οι δασμοί αλλάζουν τον χάρτη της παραγωγής και των αγροτικών αγορών –Τι δείχνει νέα μελέτη του CEPR

Του Γ. Παπαδόπουλου

Οι δασμοί ΗΠΑ–Κίνας δεν επηρεάζουν μόνο εμπορεύματα που μετακινούνται από το ένα λιμάνι στο άλλο. Μπορούν να αλλάξουν τον τόπο όπου παράγονται προϊόντα, να στρέψουν επενδύσεις σε τρίτες χώρες και, στην περίπτωση των αγροτικών εμπορευμάτων, να ανατρέψουν μέσα σε λίγους μήνες εμπορικές σχέσεις που χτίστηκαν επί χρόνια. Για τον αγρότη αυτό έχει σημασία, επειδή οι αλλαγές αυτές περνούν τελικά στις τιμές, στις ζωοτροφές, στις εισροές και στην αξία των εξαγωγών.

Διαβάσαμε την πρόσφατα επικαιροποιημένη μελέτη των Alejandro Graziano, Monika Sztajerowska και Christian Volpe Martincus, που δημοσιεύθηκε από το CEPR, και εκείνο που μας έκανε μεγαλύτερη εντύπωση είναι ότι οι επιχειρήσεις δεν περιμένουν πάντα να επιβληθεί ένας δασμός για να αντιδράσουν. Μετακινούνται όταν αντιλαμβάνονται ότι έρχεται.

Οι ερευνητές εξέτασαν πώς οι αμερικανικοί δασμοί του 2018–2019 επηρέασαν τα διεθνή δίκτυα κινεζικών πολυεθνικών σε περίπου 50 χώρες και 26 τομείς. Το αποτέλεσμα δείχνει ότι οι εταιρείες επέκτειναν δυσανάλογα την παρουσία τους σε τρίτες χώρες που μπορούσαν πραγματικά να παράγουν για την αμερικανική αγορά, ιδιαίτερα στους κλάδους που είχαν βρεθεί στο στόχαστρο των δασμών.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το πότε άρχισε αυτή η κίνηση. Η μελέτη εντοπίζει αντιδράσεις ήδη από το 2016 και το 2017, όταν οι αυξήσεις των δασμών είχαν μπει στην πολιτική συζήτηση στις ΗΠΑ αλλά δεν είχαν ακόμη εφαρμοστεί. Οι επιχειρήσεις, με άλλα λόγια, άρχισαν να τιμολογούν τον πολιτικό κίνδυνο πριν αυτός εμφανιστεί στο τελωνείο.

Οι εμπορικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ βοήθησαν, αλλά δεν αρκούσαν. Το ουσιαστικό εύρημα είναι ότι η προτιμησιακή πρόσβαση στην αμερικανική αγορά είχε μεγαλύτερη αξία όταν συνοδευόταν από εργοστάσια, προμηθευτές, υποδομές και πραγματική παραγωγική δυνατότητα. Μια εμπορική συμφωνία, από μόνη της, δεν δημιουργεί παραγωγή.

Οι ίδιοι οι ερευνητές υπολογίζουν ότι η κινεζική επενδυτική δραστηριότητα σε τρίτες χώρες που μπορεί να αποδοθεί στους δασμούς αντιστοιχεί περίπου στο 43% έως 52% των κινεζικών διασυνοριακών επενδυτικών projects της βάσης σύγκρισής τους.

Για τον αγροτικό κόσμο, όμως, υπάρχει ένα ακόμη πιο χειροπιαστό παράδειγμα. Η σόγια έδειξε πόσο γρήγορα ένας δασμός μπορεί να ξανασχεδιάσει τον παγκόσμιο αγροτικό χάρτη.

Τον Ιούλιο του 2018 η Κίνα επέβαλε πρόσθετο δασμό 25% στην αμερικανική σόγια. Έναν χρόνο νωρίτερα, το 2017, οι ΗΠΑ είχαν πουλήσει στην Κίνα σόγια αξίας περίπου 12,2 δισ. δολαρίων. Το 2018 η αξία αυτή κατέρρευσε στα 3,1 δισ. δολάρια, πτώση περίπου 75%.

Η ζήτηση δεν εξαφανίστηκε. Άλλαξε προμηθευτή. Στο πρώτο εξάμηνο της κινεζικής εμπορικής περιόδου 2018–2019, οι εισαγωγές αμερικανικής σόγιας από την Κίνα μειώθηκαν κατά σχεδόν 22 εκατ. τόνους, ή 89% σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Την ίδια στιγμή, οι κινεζικές αγορές από τη Βραζιλία αυξήθηκαν κατά 11,5 εκατ. τόνους, καλύπτοντας περίπου το μισό κενό που άφησαν οι ΗΠΑ.

Δεν μετακινήθηκαν λοιπόν απλώς μερικά φορτία σόγιας. Μετακινήθηκε μέρος της αγοράς. Και όταν μια χώρα αποκτήσει νέους πελάτες, νέες υποδομές εξαγωγής και περισσότερες επενδύσεις γύρω από μια καλλιέργεια, η αλλαγή μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τον ίδιο τον δασμό.

Αυτό ακριβώς κάνει τη μελέτη ενδιαφέρουσα και σήμερα. Το Agrocapital έχει ήδη καταγράψει πώς ο νέος κύκλος εμπορικών εντάσεων ΗΠΑ–Κίνας επιστρέφει στη γεωργία, αλλά και πώς οι αμερικανικοί δασμοί μπορούν να επηρεάσουν προϊόντα όπως το ευρωπαϊκό και το ελληνικό ελαιόλαδο.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος θα πληρώσει τον επόμενο δασμό. Είναι ποια χώρα θα πάρει τη θέση εκείνου που θα χάσει την αγορά.Γιατί ένας δασμός μπορεί κάποτε να καταργηθεί. Η νέα εμπορική διαδρομή, ο νέος πελάτης και η παραγωγή που δημιουργήθηκε γύρω του μπορεί να μείνουν.