Η Ταϊλάνδη μετατρέπει το βιομηχανικό CO₂ σε πρωτεΐνη

Στόχος η ανάπτυξη εξαγώγιμων προϊόντων χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος

Εθνική στρατηγική για την ανάπτυξη βιομηχανίας μικροβιακής πρωτεΐνης από δεσμευμένο διοξείδιο του άνθρακα προωθεί η Ταϊλάνδη, με στόχο να ενισχύσει τη θέση της στη διεθνή αγορά εναλλακτικών πρωτεϊνών.

Το σχέδιο προβλέπει την αξιοποίηση εκπομπών CO₂ από μονάδες ηλεκτροπαραγωγής και βιομηχανικές εγκαταστάσεις ως πρώτη ύλη για την παραγωγή συστατικών που θα χρησιμοποιούνται σε τρόφιμα και ζωοτροφές.

Η διαδικασία βασίζεται στη δέσμευση του διοξειδίου του άνθρακα πριν αυτό εκλυθεί στην ατμόσφαιρα και στη μεταφορά του σε βιοαντιδραστήρες. Εκεί, εξειδικευμένοι μικροοργανισμοί μετατρέπουν το CO₂, το υδρογόνο και το οξυγόνο σε βιομάζα με υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη.

Το τελικό προϊόν μπορεί να υποστεί περαιτέρω επεξεργασία και να αξιοποιηθεί είτε στη βιομηχανία τροφίμων είτε ως συστατικό ζωοτροφών.

Σε αντίθεση με τις συμβατικές μεθόδους παραγωγής πρωτεΐνης, η τεχνολογία δεν απαιτεί καλλιεργήσιμη γη και καταναλώνει περιορισμένες ποσότητες γλυκού νερού. Η ταϊλανδική κυβέρνηση εκτιμά ότι το πρόγραμμα μπορεί να συμβάλει ταυτόχρονα στη μείωση των βιομηχανικών εκπομπών και στη δημιουργία νέων εξαγώγιμων προϊόντων χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στις αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου τα κριτήρια για τις εκπομπές άνθρακα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο βάρος στο εμπόριο.

Στην πρώτη φάση του προγράμματος αναμένεται να συμμετάσχουν μεγάλες επιχειρήσεις από τους κλάδους της ενέργειας, του τσιμέντου και του χάλυβα. Οι μονάδες βιοτεχνολογικής παραγωγής θα εγκατασταθούν δίπλα στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ώστε το δεσμευμένο CO₂ να χρησιμοποιείται επιτόπου και να αποφεύγεται το υψηλό κόστος μεταφοράς.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, η αξία του παγκόσμιου κλάδου εναλλακτικών πρωτεϊνών μπορεί να φτάσει τα 391 δισ. δολάρια έως το 2033.

Αντίστοιχα έργα μεγάλης κλίμακας για την παραγωγή μικροβιακής πρωτεΐνης βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη στη Σαουδική Αραβία, την Κίνα, τη Φινλανδία και τη Σιγκαπούρη, καθώς αυξάνεται διεθνώς το ενδιαφέρον για πιο βιώσιμες πηγές πρωτεΐνης.