Η Κίνα, οι ζωοτροφές και το ευρωπαϊκό τραπέζι μια γεωπολιτική εξίσωση με κόστος και η σιωπηλή κρίση της κτηνοτροφίας που δεν συγχωρεί
Η κινεζική αγορά ζωικών προϊόντων παραμένει ένας από τους πιο αξιόπιστους καθρέφτες των διεθνών ισορροπιών στην κτηνοτροφία και τις ζωοτροφές. Τα στοιχεία των αρχών Ιανουαρίου, που βασίζονται σε παρακολούθηση 500 αγροτικών αγορών σε επίπεδο κομητείας και δημοσιοποιήθηκαν από το Υπουργείο Γεωργίας και Αγροτικών Υποθέσεων, αποτυπώνουν μια αγορά που κινείται ανοδικά σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, χωρίς ωστόσο να έχει αποτινάξει τις ισχυρές πιέσεις σε ετήσια βάση. Για την Ευρώπη και ειδικότερα για την Ελλάδα, τα δεδομένα αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όχι τόσο ως άμεση σύγκριση τιμών, όσο ως ένδειξη για το πού κατευθύνονται το κόστος και οι εμπορικές ροές μέσα στο 2026.
Στην Κίνα, το χοιρινό, το πιο χαρακτηριστικό προϊόν της παγκόσμιας αγοράς κρέατος, διαμορφώνεται περίπου στα 2,96 €/κιλό, ενώ οι ζώντες χοίροι κινούνται γύρω στα 1,64 €/κιλό. Παρά τη μικρή εβδομαδιαία άνοδο, οι τιμές αυτές παραμένουν 20% έως 25% χαμηλότερες σε σχέση με πέρυσι, δείχνοντας ότι η κινεζική αγορά δεν έχει εισέλθει σε φάση έντονης ανάκαμψης. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι τιμές παραγωγού είναι αισθητά υψηλότερες, επιβαρυμένες από το κόστος ενέργειας, τις ζωοτροφές και το κανονιστικό πλαίσιο. Στην Ελλάδα, η διαφορά γίνεται ακόμη πιο εμφανής στο ράφι, όπου το χοιρινό κινείται συνήθως μεταξύ 6 και 8 €/κιλό, αναδεικνύοντας ένα διαρθρωτικό χάσμα ανάμεσα στις δύο αγορές, το οποίο δεν γεφυρώνεται εύκολα από τις διεθνείς τιμές.
Ακόμη πιο καθαρή είναι η εικόνα στο βοδινό κρέας. Στην Κίνα, η μέση τιμή προσεγγίζει τα 9,3 €/κιλό, με ετήσια αύξηση άνω του 8%, ένδειξη σταθερής ζήτησης και περιορισμών στην προσφορά. Στην Ευρώπη, και ειδικά στην Ελλάδα, το βοδινό αποτελεί ήδη προϊόν υψηλής αξίας, με τις τιμές λιανικής να κινούνται συχνά μεταξύ 15 και 20 €/κιλό. Η σύγκριση δεν είναι απλώς αριθμητική αλλά αποτυπώνει τη διαφορετική δομή της αγοράς, αλλά και το κόστος συμμόρφωσης που ενσωματώνεται στην ευρωπαϊκή παραγωγή.
Το αρνί κινείται σε ένα ενδιάμεσο πεδίο. Στην Κίνα, οι τιμές διαμορφώνονται γύρω στα 9,3–9,4 €/κιλό, ενώ στην Ελλάδα παραμένουν σταθερά υψηλότερες, συχνά πάνω από 12–14 €/κιλό, ιδιαίτερα σε περιόδους αυξημένης ζήτησης. Εδώ, η ελληνική παραγωγή διατηρεί ένα σαφές ποιοτικό και πολιτισμικό πλεονέκτημα, το οποίο την προστατεύει σε μεγαλύτερο βαθμό από τις πιέσεις των διεθνών αγορών.
Στα πουλερικά, η εικόνα είναι πιο ισορροπημένη αλλά εξίσου αποκαλυπτική. Το κοτόπουλο στην Κίνα κινείται περίπου στα 2,9 €/κιλό, χαμηλότερα από τα ευρωπαϊκά και ελληνικά επίπεδα, όπου η λιανική τιμή κυμαίνεται συνήθως στα 3,5–4 €/κιλό. Τα αυγά εμφανίζουν έντονη ετήσια πτώση στην Κίνα, πάνω από 20%, γεγονός που υποδηλώνει υπερπροσφορά, την ώρα που στην Ευρώπη οι τιμές παραμένουν υψηλότερες λόγω αυστηρότερων προδιαγραφών παραγωγής και κόστους.
Η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη όταν μεταφέρεται στις ζωοτροφές, τον κοινό παρονομαστή όλων των κλάδων. Στην Κίνα, το καλαμπόκι διαμορφώνεται περίπου στα 0,32 €/κιλό και το σογιάλευρο στα 0,43 €/κιλό, με ήπιες αλλά σταθερές ετήσιες αυξήσεις. Για την Ευρώπη και ιδιαίτερα για την Ελλάδα, που παραμένουν καθαροί εισαγωγείς πρωτεϊνούχων πρώτων υλών, αυτές οι τιμές λειτουργούν ως έμμεσος δείκτης κινδύνου κάθε ενίσχυση της κινεζικής ζήτησης μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα στο κόστος εκτροφής.
Καθώς το 2026 διαμορφώνεται ως έτος δοκιμασίας για την ευρωπαϊκή κτηνοτροφία, η σύγκριση με την Κίνα λειτουργεί λιγότερο ως εμπορικός καθρέφτης και περισσότερο ως προειδοποίηση. Το κόστος των ζωοτροφών, που παραμένει ο καθοριστικός παράγοντας της παραγωγής, συνεχίζει να απορροφά τα περιθώρια βιωσιμότητας, την ώρα που η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) καλείται να αποδείξει στην πράξη αν μπορεί να στηρίξει την παραγωγή και όχι απλώς τη συμμόρφωση.
Για την Ελλάδα, το ερώτημα που αναδύεται δεν αφορά μόνο τις τιμές του κρέατος ή τις διεθνείς συγκυρίες, αλλά το αν το παραγωγικό μοντέλο που εισέρχεται στο 2026 διαθέτει τα εργαλεία, τη χρηματοδότηση και τη στρατηγική συνοχή ώστε να αντέξει σε μια αγορά όπου το κόστος προηγείται της πολιτικής και οι διεθνείς αγορές κινούνται ταχύτερα από τις εθνικές αποφάσεις.