Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου, οι τιμές παραγωγού του ελαιολάδου στις αρχές Οκτωβρίου σημείωσαν αύξηση της τάξεως του 5% σε σχέση με τις τιμές της περιόδου 2012- 2013. Σε περιοχές της Πελοποννήσου όπως η Καλαμάτα η τιμή κυμάνθηκε από 2,8 ευρώ το καλοκαίρι μέχρι 3,1 ευρώ το κιλό τον Οκτώβριο. Επίσης στην Κρήτη οι τιμές κυμάνθηκαν τον Οκτώβριο στα επίπεδα των 2,8 ευρώ το κιλό.


ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΔΙΕΘΝΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ

Η ζήτηση θα υπερβεί την προσφορά η άνοδο στις διεθνείς τιμές ελαιολάδου και συρρίκνωση των αποθεμάτων φέρνει η πρόβλεψη για πτώση της παγκόσμιας παραγωγής ελαιολάδου εξαιτίας της φετινής μειωμένης παραγωγής στην Ισπανία.
Μία τάση που καταγράφηκε σε όλες τις ελαιοπαραγωγικές χώρες τους προηγούμενους μήνες λόγω της αυξημένης σε διεθνές επίπεδο ζήτησης για ελαιόλαδο σε σχέση με την παραγόμενη ποσότητα.

Στις μεσογειακές χώρες, που είναι οι κύριοι ελαιοπαραγωγοί παγκοσμίως σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου, έχει σημειωθεί αύξηση των τιμών σε Ιταλία και Ισπανία, τόσο στο έξτρα παρθένο ελαιόλαδο όσο και στα υπόλοιπα είδη ελαιολάδου.
Συγκεκριμένα, στην Ισπανία παρατηρήθηκε αύξηση των τιμών περίπου 5% σε σχέση με την προηγούμενη καλλιεργητική περίοδο για το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο, με τις τιμές παραγωγού να φθάνουν μέχρι τα 2,74 ευρώ το κιλό. Στην Ιταλία, μάλιστα, υπήρξε μία εντυπωσιακή αύξηση των τιμών παραγωγού κατά 37% σε σχέση με τη μέση τιμή της περσινής χρονιάς, φτάνοντας τα 4 ευρώ ανά κιλό.
Στην Τυνησία, επίσης, έχει παρατηρηθεί αύξηση των τιμών. Στα τέλη Σεπτεμβρίου - αρχές Οκτωβρίου παρατηρήθηκε μία αύξηση των τιμών που έφτασε το 12% σε σχέση με την προηγούμενη καλλιεργητική περίοδο, με τιμές που κινήθηκαν μέχρι τα 2,89 ευρώ το κιλό.
Αλλά και στα άλλα είδη ελαιολάδου παρατηρήθηκε αύξηση των τιμών παραγωγού.
Στην Ισπανία στο «παρθένο ελαιόλαδο» η τιμή παραγωγού έφτασε τα 2,39 ευρώ το κιλό, ενώ στην Ιταλία το «παρθένο ελαιόλαδο» έφτασε στα 2,43 ευρώ το κιλό. Στην Ελλάδα οι τιμές για το «παρθένο ελαιόλαδο» κυμάνθηκαν γύρω από τα 2-2,1 ευρώ το κιλό.
Η γενική πρόβλεψη για την παραγωγή ελαιολάδου την περίοδο 2014-2015 είναι πως η ζήτηση θα υπερβεί την προσφορά, τα αποθέματα ελαιολάδου θα μειωθούν και οι τιμές θα γνωρίσουν μεγάλη άνοδο.
Μείωση κατά 19%
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών, η παγκόσμια παραγωγή ελαιολάδου την περίοδο 2014-2015 θα φθάσει τους 2.560.000 τόνους, σημαντικά μειωμένη δηλαδή κατά 19% σε σχέση με την περίοδο 2013-2014. Η μείωση αυτή προέρχεται από τη μειωμένη ισπανική παραγωγή.
Αναφορικά με τα υπόλοιπα εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης μέλη του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου, για την Τυνησία προβλέπεται πολύ αυξημένη παραγωγή ώστε να φτάσει τους 260.000 τόνους, ενώ η Τουρκία αναμένει η παραγωγή της να παραμείνει στα ίδια επίπεδα περίπου στους 190.000 τόνους.
Η δε παγκόσμια παραγωγή επιτραπέζιων ελιών για την περίοδο 2014-2015 θα κυμανθεί στους 2.551.500 τόνους, που σημαίνει μία μείωση σε ποσοστό 2% σε σχέση με πέρυσι. Οπως και στο ελαιόλαδο, έτσι και στις επιτραπέζιες ελιές η παραγωγή αναμένεται να είναι μειωμένη σε Ισπανία και Πορτογαλία και αυξημένη σε Ελλάδα και Ιταλία, ενώ χώρες όπως η Αλβανία, η Αλγερία, η Αίγυπτος, το Ιράν, το Ισραήλ, η Ιορδανία, ο Λίβανος και η Τουρκία αναμένεται να έχουν υψηλότερη παραγωγή σε σχέση με πέρυσι.
Αυξήθηκε η τιμή
Δεν είναι, όμως, μόνο ο δάκος που καταστρέφει τα δένδρα με τον νόστιμο καρπό. Ισχυρή χαλαζόπτωση, πλημμύρες, αλλά και καταστρεπτικά βακτήρια σε κάποια σημεία της Πουλίας, του ελαιώνα της Ιταλίας, είναι μερικοί από τους παράγοντες που συνέβαλαν στον περιορισμό της παραγωγής της κατά περίπου 35%. Αυτό οδήγησε σε αύξηση της τιμής ενός από τα βασικότερα αγαθά για την ιταλική οικογένεια, αύξηση που θα γίνει αισθητή σε ολόκληρο τον κόσμο. Η τιμή του αγνού παρθένου ελαιόλαδου έχει διπλασιαστεί από πέρυσι, ενώ όπως φαίνεται ούτε στην Ισπανία είναι καλύτερα τα πράγματα.

Η έλλειψη ελαιόλαδου θα γίνει αισθητή σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής από τα ελαιοτριβεία μέχρι τους εξαγωγείς, ενώ πολλοί εκφράζουν ανησυχίες για απάτες και νόθευση του προϊόντος, κάτι που θα πλήξει την εικόνα του και τη φήμη του ιταλικού ελαιόλαδου ανά τον κόσμο, ενός επιχειρηματικού κλάδου 2 δισ. ευρώ. Πολλοί, μάλιστα, προσπαθούν να βρουν τρόπους προκειμένου να αντιδράσουν σε αυτό που πιστεύουν ότι είναι μόνιμες αλλαγές στις κλιματικές συνθήκες, που μακροπρόθεσμα κινδυνεύουν να πλήξουν έναν από τους πυλώνες της εθνικής ταυτότητας της Ιταλίας.

Πολλές καλλιέργειες είναι βιολογικές και έτσι δεν χρησιμοποιούνται παρασιτοκτόνα για να διώξουν τα ζιζάνια. Αλλά και κάπως πιο παραδοσιακές μέθοδοι απέβησαν ανεπαρκείς εξαιτίας των διαρκών βροχοπτώσεων.

Η κατάσταση, μάλιστα, είναι τόσο άσχημη που στην Πουλία και την Τοσκάνη πολλά ελαιοτριβεία δεν άνοιξαν καν. Κάποιες από τις πόλεις της Τοσκάνης αποφάσισαν να αναβάλουν τις ετήσιες γιορτές της ελιάς που διοργάνωναν. Αλλωστε τι χάρη θα μπορούσε να έχει μια γιορτή της ελιάς όταν δεν υπάρχει αρκετό λάδι. Αλλά και εκεί όπου οργανώθηκαν τέτοια πανηγύρια, λίγοι ήταν οι τοπικοί παραγωγοί που πωλούσαν το δικό τους λάδι. Κάποιοι προσπάθησαν να πουλήσουν άλλα προϊόντα από τα κτήματά τους, όπως κρασί, μέλι, σιτάρι. Αλλοι προσπαθούσαν να πουλήσουν σικελικό ή ελληνικό λάδι, αν και παραδέχονταν ότι όσο καλά και αν ήταν αυτά τα προϊόντα, δεν ήσαν εξίσου καλά με τα σπιτικά.

Ωστόσο πάνω από όλα, η δραματική μείωση της παραγωγής έχει δημιουργήσει πολλές υποψίες για περιπτώσεις νοθείας ή άλλες απάτες. Ωστόσο, οι ελαιοπαραγωγοί -όπως μαθαίνουν στα διάφορα σεμινάρια- θα πρέπει να είναι οι φρουροί της «πολιτισμικής τους κληρονομίας».

Περισσότερο, όμως, από όλα φοβούνται ότι ο καιρός έχει γίνει απρόβλεπτος και ότι το άσχημο 2014 τους έδωσε απλά μια γεύση του τι πρόκειται να επακολουθήσει.
Το ελαιόλαδο αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ελληνικής οικονομίας καθώς καλύπτει το 11% της συνολικής αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα σε όρους αξίας (έναντι 2% στην Ευρώπη).

Ειδικότερα, η Ελλάδα είναι η τρίτη μεγαλύτερη παραγωγός ελαιολάδου (μετά την Ισπανία και την Ιταλία), με παραγωγή της τάξης των 370 χιλιάδων τόνων το 2009, η οποία αντιστοιχεί σε αξία της τάξης των €800 εκατ., συνεισφέροντας έτσι το 0,3% του ΑΕΠ (έναντι 0,2% του ΑΕΠ για τον ισπανικό κλάδο και 0,1% για τον ιταλικό).

Η  διεθνής αγορά ελαιολάδου μεγεθύνεται συνεχώς τα τελευταία χρόνια

Η διεθνής ελαιοπαραγωγή χαρακτηρίζεται από διαχρονικά ανοδική τάση, η οποία γίνεται περισσότερο αισθητή την τελευταία δεκαετία, φθάνοντας τους 3,1 εκατ. τόνους το 2009, επίπεδο υψηλότερο κατά 60% σε σχέση με το 1990. Τα ¾ της διεθνούς παραγωγής συνεχίζουν να πραγματοποιούνται από τρεις χώρες: την Ισπανία (41% το 2009 από 33% το 1990), την Ιταλία (20% από 25%) και την Ελλάδα (12% από 16%).

Ωστόσο, αξιοσημείωτη είναι η άνοδος της παραγωγής των λοιπών χωρών κατά 70% για την ίδια περίοδο – αντικατοπτρίζοντας κυρίως την αύξηση της παραγωγής στη Συρία, την Τουρκία και το Μαρόκο (των οποίων το μερίδιο αυξάνεται στο15% το 2009 από 9% το 1990).

Η παραγωγή αυτή απορροφάται ουσιαστικά από 3 αγορές: (i) τις εγχώριες αγορές τυποποιημένου ελαιολάδου, δηλαδή το μερίδιο τυποποιημένου ελαιολάδου που καταναλώνεται στη χώρα παραγωγής του (1 εκατ. τόνοι), (ii) τις εγχώριες αγορές χύμα ελαιολάδου (0,8 εκατ. τόνοι) και (iii) τη διεθνή αγορά τυποποιημένου ελαιολάδου (1 εκατ. τόνοι) – με την τελευταία αγορά να προσφέρει την υψηλότερη προστιθέμενη αξία (με μια διαφορά της τάξης του €1/κιλό ελαιολάδου).

Σημειώνουμε ότι η αύξηση της παγκόσμιας παραγωγής την τελευταία εικοσαετία απορροφήθηκε σε μεγάλο βαθμό (της τάξης των ¾) από τη μεγαλύτερη διείσδυση του τυποποιημένου ελαιολάδου σε νέες αγορές.
Οι εμπορικές ροές τυποποιημένου ελαιολάδου κατευθύνονται στους βασικούς προορισμούς κατανάλωσης (εκτός των παραδοσιακών αγορών), που είναι κυρίως Η.Π.Α., Γαλλία και Γερμανία. Όσον αφορά τις χώρες προέλευσης, η Ισπανία καλύπτει το 38% της αγοράς το 2009 (από 37% το 1990), η Ιταλία το 30% της αγοράς (από 36%), η Ελλάδα το 3% (από 4%), ενώ οι λοιπές χώρες ελαιοπαραγωγοί φαίνεται να κερδίζουν μερίδιο αγοράς (29% το 2009, από 22% το 1990).

Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι περίπου το ½ των τυποποιημένων εξαγωγών των χωρών του τριγώνου Ιταλία-Ισπανία-Ελλάδα γίνονται με λάδι από άλλη χώρα του τριγώνου – κατάσταση που οφείλεται κυρίως στην Ιταλία, η οποία εκμεταλλεύεται τη διεθνή αναγνωρισιμότητα του ιταλικού ελαιολάδου και τα οργανωμένα δίκτυα προώθησης που έχει.

Είναι εντυπωσιακό, αναφέρει η έκθεση, ότι οι εισαγωγές ελαιολάδου σε χύμα μορφή της Ιταλίας (κυρίως από Ισπανία και Ελλάδα) είναι μεγαλύτερες από το σύνολο των εξαγωγών της που αφορούν κυρίως τυποποιημένο ελαιόλαδο.

Σημειώνουμε ότι η Ελλάδα και η Ισπανία εξάγουν στην Ιταλία σε τιμές κοντά στα €2/κιλό, η οποία στη συνέχεια εξάγει σε τιμές της τάξης των €3/κιλό – ενδεικτικό ότι η Ιταλία καρπώνεται υπεραξία τουλάχιστον €1/κιλό.

Η αύξηση της προσφοράς τα τελευταία χρόνια (σε συνδυασμό με τις πιέσεις από τις τάσεις συγκέντρωσης των πολυεθνικών βιομηχανιών τροφίμων και των supermarkets) άσκησε περιοριστική επίδραση στις τιμές (€1,9/κιλό το 2009 από €2,3/κιλό κατά μέσο όρο την περίοδο 2000-2008).

Επιπλέον, σημειώνει η έκθεση ότι η τιμή σε όρους πραγματικής αξίας ακολουθεί πτωτική τάση κατά την τελευταία εικοσαετία (με μέση ετήσια μείωση 2%). Το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζει την ταχύτερη αύξηση της παραγωγής, κυρίως της ισπανικής και δευτερευόντως των τρίτων χωρών (οι οποίες έχουν και χαμηλότερο κόστος παραγωγής).

Διαρθρωτικές αδυναμίες δεν επιτρέπουν την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων του κλάδου στην Ελλάδα

Η Ελλάδα είναι η τρίτη μεγαλύτερη παραγωγός ελαιολάδου (μετά την Ισπανία και την Ιταλία), ενώ το ελληνικό ελαιόλαδο υπερέχει σε όρους ποιότητας (τα ¾ της ελληνικής παραγωγής είναι εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, έναντι 45% της ιταλικής και 30% της ισπανικής).

Ωστόσο, οι Έλληνες παραγωγοί δεν έχουν εκμεταλλευτεί επαρκώς τη διεθνή δυναμική των τελευταίων ετών, με αποτέλεσμα το μερίδιο της Ελλάδας στην παραγωγή να έχει περιοριστεί στο 12% το 2009 από 16% το 1990.

Ειδικότερα, (i) στην εγχώρια αγορά (που απορροφά τα 2/3 της παραγωγής) παρατηρείται σταδιακή υποκατάσταση του ελαιολάδου από άλλα φυτικά έλαια και (ii) ο όγκος των εξαγωγών περιορίζεται διαχρονικά με αποτέλεσμα το μερίδιο της Ελλάδας στην διεθνή αγορά τυποποιημένου ελαιολάδου να έχει περιοριστεί στο 3% τη δεκαετία του 2000 από 4% τη δεκαετία του 1990.
Οι αιτίες που δρουν περιοριστικά στη δυναμική του κλάδου στην Ελλάδα αφορούν κυρίως διαρθρωτικές αδυναμίες σε όλα τα στάδια παραγωγής (ελαιοπαραγωγή, επεξεργασία, τυποποίηση, διανομή-προώθηση).

Η κατακερματισμένη δομή του ελληνικού κλάδου ελαιοπαραγωγής τον συγκρατεί χαμηλότερα από τις δυνητικές του επιδόσεις, καθώς δε διευκολύνεται η εντατική και οργανωμένη καλλιέργεια (παράδειγμα Ισπανίας) που θα βελτίωνε την παραγωγικότητα εδάφους και εργασίας.

Οι χαμηλότεροι μισθοί στην Ελλάδα δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν την επίδραση της χαμηλής παραγωγικότητας εργασίας, με αποτέλεσμα το κόστος παραγωγής ελιών να είναι υψηλότερο στην Ελλάδα (€0,65/κιλό ελιών έναντι €0,6/κιλό στην Ιταλία και €0,55/κιλό στην Ισπανία) - καθιστώντας την ελληνική παραγωγή λιγότερο ανταγωνιστική.

Επιπλέον, σημειώνουμε ότι, αν και οι ελαιοπαραγωγοί καρπώνονται παρόμοια έσοδα και στις τρεις χώρες (της τάξης των €0,7/κιλό ελιών), η εξάρτηση των εσόδων από τις επιδοτήσεις είναι υψηλότερη στην Ελλάδα (€0,25/κιλό ελιών στην Ελλάδα έναντι €0,21/κιλό στην Ιταλία και €0,18/ κιλό την Ισπανία).

Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι σχεδόν το ½ της παραγωγής είναι κερδοφόρο μόνο μετά από επιδοτήσεις και συνεπώς μόνο το εναπομείναν 20% λειτουργεί αποδοτικά (έναντι 35% στην Ιταλία και 70% στην Ισπανία).

Στο στάδιο παραγωγής των ελαιοτριβείων, εστιάζουμε σε δύο παραμέτρους που επηρεάζουν τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητά τους: (i) τεχνολογία παραγωγής και (ii) ιδιοκτησιακό καθεστώς και συγκέντρωση του κλάδου.

Όσον αφορά την τεχνολογία παραγωγής, η πλειοψηφία των ελαιοτριβείων στην Ελλάδα λειτουργεί ακόμα με σύστημα 3 φάσεων, το οποίο έχει υψηλότερο κόστος επεξεργασίας σε σχέση με τα διφασικά (€0,19/κιλό ελαιολάδου έναντι  €0,16/κιλό), τα οποία κυριαρχούν στην Ισπανία.

Όσον αφορά την οργάνωση του κλάδου, η Ελλάδα έχει υψηλό ποσοστό μικρών (και σε μεγάλο βαθμό συνεταιριστικών) ελαιοτριβείων, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν οικονομίες κλίμακας αλλά και να δυσχεραίνεται ο έλεγχος της ποιότητας και η προώθηση premium προϊόντων.

Επισημαίνουμε ότι ο κλάδος στην Ισπανία κυριαρχείται από μεγάλα και σε μεγάλο βαθμό συνεταιριστικά ελαιοτριβεία, ενώ στην Ιταλία τα ελαιοτριβεία, αν και είναι σχετικά μικρά, είναι σε κάποιο βαθμό καθετοποιημένα (με το στάδιο της παραγωγής).

Όσον αφορά τα επόμενα στάδια παραγωγής, τονίζεται στην έκθεση, ότι μόλις το 20% της συνολικής παραγωγής ελαιολάδου φτάνει στο στάδιο της τυποποίησης στην Ελλάδα (65 χιλ.  τόνοι), με το αντίστοιχο ποσοστό να είναι της τάξης του ½ για την Ισπανία (660 χιλ. τόνοι) και 3/4 για την Ιταλία (820 χιλ. τόνοι).

Λόγω του χαμηλού όγκου τυποποιημένου προϊόντος, οι ελληνικές εταιρείες τυποποίησης δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν τις ιταλικές και ισπανικές πολυεθνικές του κλάδου όσον αφορά την αποτελεσματική προώθηση αναγνωρίσιμων brands.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι κατά μέσο όρο οι εταιρείες τυποποίησης ελαιολάδου πραγματοποιούν κύκλο εργασιών της τάξης των €7,5 εκατ. στην Ισπανία και €1,5 εκατ. στην Ιταλία, έναντι μόλις €0,5 εκατ. στην Ελλάδα.

Το χαμηλό μερίδιο της Ελλάδας στη διεθνή αγορά τυποποιημένου ελαιολάδου (3% που αντιστοιχεί σε περίπου 30.000 τόνους) της στερεί σημαντική υπεραξία, καθώς οι εξαγωγές τυποποιημένου ελαιολάδου τιμολογούνται υψηλότερα από τις εξαγωγές σε χύμα μορφή (με μια διαφορά της τάξης του €1/κιλό, περίπου 50% υψηλότερα).

Ανοδική η ζήτηση και οι τιμές διεθνώς την επόμενη πενταετία

Βάσει των υποδειγμάτων για παραγωγή, ζήτηση και τιμές, εκτιμήσαμε την πορεία των βασικών μεταβλητών της διεθνούς αγοράς ελαιολάδου για την επόμενη πενταετία.

Συγκεκριμένα, η ζήτηση εκτιμάται ανοδική, κυρίως στις μη παραδοσιακές αγορές.

Αναλυτικότερα, η ζήτηση στις 3 βασικές χώρες ελαιοπαραγωγούς εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά 0,6% κ.μ.ο ετησίως (έναντι 0,5% την προηγούμενη δεκαετία), ενώ η ζήτηση στις λοιπές χώρες εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά 5% κ.μ.ο ετησίως λόγω αυξημένης ζήτησης για προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας (έναντι 3% την προηγούμενη δεκαετία).

Η παραγωγή των χωρών του τριγώνου θα δεχθεί μικρή περιοριστική επίδραση από την αναθεώρηση της ΚΑΠ. Συγκεκριμένα, εκτιμά η έκθεση της Εθνικής, ότι η παραγωγή θα αυξηθεί κοντά στους 2,5 εκατ. τόνους το 2012 και στη συνέχεια θα επιστρέψει στους 2,3 εκατ. τόνους το 2015 (επίπεδο αντίστοιχο με του 2010).

Με δεδομένο ότι η παραγωγή στις λοιπές χώρες θα συνεχίσει να αυξάνεται με το μέσο μακροχρόνιο ρυθμό της τελευταίας εικοσαετίας (2,5%), η συνολική παραγωγή θα αγγίξει τους 3,3 εκατ. τόνους το 2015 (από 3,2 εκατ. τόνους το 2010).

Οι τιμές αναμένεται ότι θα ανακάμψουν σταδιακά, κυρίως λόγω της ταχύτερης αύξησης της ζήτησης σε σχέση με την προσφορά. Βάσει των εκτιμήσεων, η διεθνής τιμή ελαιολάδου θα προσεγγίσει τα €2,6/κιλό το 2015 (από €2,3/κιλό την περίοδο 1991-2010).

Υπό πίεση η ελληνική παραγωγή ελαιολάδου την επόμενη πενταετία
Η ελληνική παραγωγή ελαιολάδου εκτιμάται ότι θα δεχθεί σημαντική πίεση από την αναθεώρηση της ΚΑΠ, σύμφωνα με την οποία οι επιδοτήσεις συνδέονται με την καλλιεργήσιμη γη σε κάθε χώρα και σταδιακά επιχειρείται η πλήρης εξίσωση του ύψους επιδότησης ανά εκτάριο καλλιεργήσιμης γης για όλες τις χώρες της ΕΕ.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, οι ετήσιες επιδοτήσεις για το ελληνικό ελαιόλαδο θα μειωθούν κοντά στα €420 εκατ. το 2020 από €550 εκατ. σήμερα (με μακροπρόθεσμες πιέσεις για περαιτέρω μείωση μετά το 2020, καθώς η πλήρης σύνδεση με την καλλιεργήσιμη γη περιορίζει το επίπεδο των πόρων στα €225 εκατ.).
Συνδυάζοντας την περιοριστική αυτή επίδραση με την ανοδική πορεία του κόστους (από τον σταδιακό εξορθολογισμό της αμοιβής των αλλοδαπών εργαζόμενων, οι οποίοι αποτελούν σχεδόν το σύνολο της έμμισθης απασχόλησης του κλάδου), αναμένεται ότι η ελληνική παραγωγή θα περιορισθεί κοντά στους 340.000 τόνους το 2015 και λίγο πάνω από 300.000 τόνους το 2020 (από 360.000 τόνους το 2010).

Παρά τις χαμηλότερες ενισχύσεις της ΚΑΠ, η μείωση της παραγωγής διατηρεί το ύψος της επιδότησης ανά κιλό ελαιολάδου κοντά στα σημερινά επίπεδα (€1,4/κιλό το 2020 έναντι €1,5/κιλό το 2009 – επίπεδο υψηλότερο από αυτό που αποτυπώνεται στον παραπάνω πίνακα υπό την  υπόθεση της σταθερής παραγωγής).

Οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές του κλάδου κρύβονται στην καλύτερη αξιοποίηση της ελληνικής παραγωγής
Η ευνοϊκή διεθνής συγκυρία και η ποιοτική υπεροχή του ελληνικού ελαιολάδου μπορούν να οδηγήσουν σε ανάπτυξη τον κλάδο μεσοπρόθεσμα. Για να υλοποιηθεί, ωστόσο, αυτή η δυνατότητα απαιτούνται διαρθρωτικές μεταβολές: (i) περιορισμός του κόστους παραγωγής (κυρίως μέσω συγκέντρωσης σε όλα τα στάδια παραγωγής) και (ii) αύξηση του μεριδίου παραγωγής που τυποποιείται.

Αναλυτικότερα, η περιορισμένη στήριξη στην ΚΑΠ μπορεί μεσοπρόθεσμα να οδηγήσει σε αναγκαίες διαρθρωτικές μεταβολές. Συγκεκριμένα, ο περιορισμός των επιδοτήσεων θα θέσει εκτός αγοράς τους παραγωγούς που λειτουργούν με εξαιρετικά χαμηλές αποδόσεις (ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το 1/3 της ελαιοπαραγωγής γίνεται σε εκτάσεις μικρότερες των 5 εκταρίων, που είναι σε μεγάλο βαθμό ζημιογόνες).

Η παραγωγή πρέπει να επικεντρωθεί σε περιοχές με υψηλές αποδόσεις λόγω γεωγραφικής θέσης (κυρίως Κρήτη και Πελοπόννησος), σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερες εκτάσεις και να προωθηθεί όπου είναι εφικτό η συλλογή καρπών με χρήση μηχανημάτων. Επιπλέον, η σταδιακή αναβάθμιση της τεχνολογίας των ελαιοτριβείων (κυρίως μέσω αντικατάστασης των τριφασικών από διφασικά) εκτιμάται ότι μπορεί να περιορίσει σημαντικά το κόστος παραγωγής.

Καταλύτης για να εκμεταλλευτεί πραγματικά ο κλάδος ελληνικού ελαιολάδου τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα είναι ο περιορισμός του τμήματος της εγχώριας αγοράς που καλύπτεται από χύμα ελαιόλαδο (της τάξης των ¾ της εγχώριας κατανάλωσης).

Η συγκέντρωση στον κλάδο των ελαιοτριβείων όσο και στον τομέα των συνεταιρισμών (σε συνδυασμό με την καθετοποίηση της παραγωγής) θα μπορούσε να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση.

Παράλληλα, η οργάνωση και ο αυστηρός έλεγχος ποιότητας, καθώς και οι πολιτικές προορισμού της φοροδιαφυγής, μπορούν να βοηθήσουν να πραγματοποιηθεί ουσιαστική στροφή στο τυποποιημένο ελαιόλαδο.

Τα οφέλη από μια τέτοια αναδιάρθρωση θα ήταν σημαντικά. Αν το μεγαλύτερο ποσοστό του ελαιολάδου κατευθυνόταν στις βιομηχανίες τυποποίησης, η αύξηση του επιπέδου των πωλήσεών τους θα ήταν τέτοια ώστε το μέσο μέγεθος των ελληνικών εταιρειών θα προσέγγιζε τα επίπεδα των αντίστοιχων ιταλικών (€1,5 εκατ. πωλήσεις από €0,5 εκατ. σήμερα). Συνεπώς, θα δημιουργούνταν οι απαραίτητες οικονομίες κλίμακας αλλά και η κρίσιμη μάζα για τη σωστή διαφήμιση αλλά και προώθηση του ελαιολάδου στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, αν η Ελλάδα κατάφερνε να κατακτήσει στη διεθνή αγορά τυποποιημένου ελαιολάδου μερίδιο παρόμοιο με εκείνο που κατέχει στην παραγωγή (άνω του 10% σε σχέση με 3%), τότε θα μπορούσε να αποφέρει μια πρόσθετη υπεραξία στη χώρα της τάξης των €80 εκατ. ετησίως.

Το πλήρες κείμενο της ειδικής μελέτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος καθως και η πηγες εθνος και βημα και icoc για το ελαιόλαδο μπορεί να ανευρεθεί στην ιστοσελίδα τους  ή στο παρακάτω επισυναπτόμενο αρχείο:

http:/www.nbg.gr/Ανακοινώσεις-Εκδόσεις/Δημοσιεύματα-Εκδόσεις/ Κλαδικές Μελέτες