Του Θωμά Χανή για το agrocapital.gr

1.Γενικά στοιχεία του τρόπου επικονίασης της μηδικής

Η μηδική (medicano sativa) είναι σταυρογονιμοποιούμενο φυτό, εντομόφιλο (η επικονίαση γίνεται κυρίως με τις μέλισσες) και καλλιεργείται με τη μορφή πληθυσμών (μίγματα γενοτύπων). Η καλή σποροπαραγωγή της μηδικής ευνοείται σε περιοχές που χαρακτηρίζονται από έντονη ηλιοφάνεια και θερμές καλοκαιρινές, σε συνδυασμό με λίγες ή καθόλου βροχοπτώσεις. Οι συνθήκες αυτές προάγουν την ανθοφορία και δημιουργούν ευνοϊκό περιβάλλον για την επικονίαση που επιτελείται από τις μέλισσες. Εκτός από τις ευνοϊκές συνθήκες του περιβάλλοντος, καθοριστικοί παράγοντες για την επικονίαση και ανθοφορία είναι: α) ο έλεγχος των επιβλαβών εντόμων, β) η παρουσία επικονιαστών και γ) η εφαρμογή αρδεύσεων όταν τα φυτά βρίσκονται στο στάδιο της ανθοφορίας. Στον παρακάτω πίνακα δίνονται οι προδιαγραφές του βασικού και πιστοποιημένου σπόρου μηδικής.

Γνώρισμα

Βασικός σπόρος

Πιστοποιημένος σπόρος

Βλαστικότητα (min)

80%

80%

Καθαρότητα σπόρου (min)

99%

98%

Σκληροί σπόροι (max)

20%

20%

Συνολικοί σπόροι ζιζανίων (max)

0,3%

0,3%

Σπόροι ζιζανίων: Rumex spp., Circium spp., Sorgum halepense (max)

5/50kg

5/50kg

Σπόροι ζιζανίων: Alopecurus myosuroides, Melilotus spp., Cuscuta spp. (max)

0

0

 

2.Εγκατάσταση του σποροαγρού

Α) επιλογή και προετοιμασία της σποροκλίνης

Οι αγροί που επιλέγονται για σποροπαραγωγή της μηδικής, δεν θα πρέπει να έχουν καλλιεργηθεί με μηδική ή άλλα παρόμοια καλλιέργεια κατά τα προηγούμενα χρόνια. Κατάλληλα εδάφη θεωρούνται αυτά που χαρακτηρίζονται από καλή στράγγιση, καλό αερισμό, χαμηλή αλκαλικότητα και περιεκτικότητα σε διαλυτά άλατα και τα οποία επιτρέπουν στο ριζικό σύστημα να εισχωρήσει σε βάθος 1m. Τα βαθιά, αργιλώδη, αργιλοπηλώδη ή αμμοπηλώδη εδάφη, τα οποία έχουν μεγάλη υδατοϊκανότητα, προτιμώνται από τα αμμώδη, ενώ πρέπει να αποφεύγονται χαλικώδη εδάφη ή εδάφη με αβαθή σκληρά στρώματα. Όταν το έδαφος έχει ομοιογενή δομή, οι διαφορές στην ωριμότητα μεταξύ των φυτών μειώνονται. Ο σπόρος της μηδικής παράγεται με επιτυχία σε χαμηλής παραγωγικότητας εδάφη, αν αυτά χαρακτηρίζονται από μεγάλο βάθος (το ριζικό σύστημα εισχωρεί έως τα 2m) και υψηλή υδατοϊκανότητα και δέχονται νερό τουλάχιστον 300mm. Η καλύτερη σποροπαραγωγή ευνοείται αν οι αγροί πριν από τη σπορά, οργώνονται σε βάθος 60cm (για να επιτευχθεί σπάσιμο του υπεδάφους) και όταν είναι σχετικά ξηροί και στη συνέχεια εφαρμοσθεί άρδευση με 300mm. Η προετοιμασία της σποροκλίνης περιλαμβάνει το όργωμα και την ισοπέδωση του εδάφους, όπως άλλωστε προβλέπεται και για τις καλλιέργειες μηδικής.

Β) Έλεγχος των ζιζανίων

Τα προβλήματα με τα ζιζάνια ελαχιστοποιούνται με το κατάλληλο όργωμα και τις καλλιεργητικές φροντίδες. Αγροί με προσβολές από κουσκούτα (Cuscuta spp.), ή από πολυετή ζιζάνια όπως είναι η αγριάδα (Cynodon dactullon L.), ο βέλιουρας (Sorghum halepense L.), η περικοκλάδα (Convolvulus arvensis L.), το κίρσιο (Circium arvense L.) και η σενταύρια (Centauria repens L.), πρέπει να αποφεύγονται ή να προηγείται κατάλληλη προετοιμασία τους πριν από την εγκατάσταση. Η κατάλληλη προπαρασκευή και η άρδευση της σποροκλίνης συμβάλλουν στην βλάστηση των ζιζανίων, ώστε αυτά να καταπολεμηθούν εγκαίρως. Η χημική ζιζανιοκτονία με τα κατάλληλα ιδιοσκευάσματα μπορεί αν γίνει είτε προσπαρτικά είτε μεταφυτρωτικά. Όταν τα ζιζανιοκτόνα εφαρμόζονται σε πρώιμες σπορές, τότε ο έλεγχος των ζιζανίων είναι προσωρινός, με αποτέλεσμα τα θερινά ζιζάνια να βλαστάνουν.

Γ) Εποχή σποράς

Σε περιοχές με ήπιο χειμώνα η σπορά μπορεί να γίνει είτε το φθινόπωρο (Σεπτέμβριο με Νοέμβριο), είτε από τα τέλη Ιανουαρίου έως τις αρχές του Μαρτίου. Οι πρώιμες σπορές του φθινοπώρου συμβάλλον στην παραγωγή σπόρου κατά τον πρώτο χρόνο. Οι χαμηλές θερμοκρασίες και η υγρασία προς το τέλος του φθινοπώρου και κατά τη διάρκεια του χειμώνα έχουν ως συνέπεια το κακό φύτρωμα, με αποτέλεσμα τα φυτά να δέχονται ισχυρό ανταγωνισμό από τα ζιζάνια. Σε περιοχές με παγετούς πρέπει να γίνεται ανοιξιάτικη σπορά, με την οποία αξιοποιούνται η υγρασία του χειμώνα και οι βροχές της άνοιξης.

Δ) Πυκνότητα σποράς

Για την σποροπαραγωγή της μηδικής είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούνται μικρότερες πυκνότητες σποράς στις γραμμές. Στις πιο πυκνές φυτείες παράγεται μικρότερη ποσότητα σπόρου, γιατί τα φυτά παράγουν περισσότερο νέκταρ (για να προσελκύσουν τους επικονιαστές), ενώ παρατηρείται και αυξημένη ανθόπτωση. Σε αραιή σπορά η ανθοφορία πρωιμίζει, ενώ η μεγαλύτερη παραγωγή σπόρου βρέθηκε να σχετίζεται με την συγκέντρωση μεγάλων ποσοτήτων υδατανθράκων στα φυτά. Τα φυτά που περιέχουν πολλούς υδατάνθρακες δημιουργούν περισσότερους οφθαλμούς σε κάθε βλαστό και περισσότερους σπόρους. Τα πλεονεκτήματα της αραιής σποράς σε γραμμές είναι:

  • Περισσότερο ανοικτά και όρθια φυτά, χαρακτηριστικό που ευνοεί την πρόσβαση των μελισσών στα άνθη, τον καλύτερο φωτισμό των φυτών και τις αυξημένες εδαφικές θερμοκρασίες νωρίς την άνοιξη.
  • Το μικρότερο ποσοστό πλαγιάσματος των φυτών και η λιγότερη υγρασία στο περιβάλλον των φυτών, με αποτέλεσμα να μειώνονται η ανάπτυξη ασθενειών και οι ζημιές που προκαλούνται από την υγρασία στους σπόρους.
  • Λιγότερες ζημιές στα άνθη και τους οφθαλμούς.
  • Τα φυτά διαβρέχονται καλύτερα με τα χημικά που εφαρμόζονται για τα ζιζάνια και τα έντομα, ενώ διευκολύνεται και η συγκομιδή.
  • Μεγαλύτερη ευελιξία για την άρδευση και την καταπολέμηση των ζιζανίων.
  • Ευκολότερη απομάκρυνση των φυτών που παρουσιάζουν παρεκκλίνοντα γνωρίσματα, ώστε να διατηρείται η γενική καθαρότητα της ποικιλίας.

Οι αποστάσεις μεταξύ των γραμμών εξαρτώνται από τη δομή, το βάθος και την αλατότητα του εδάφους, τη θερμοκρασία του νερού, τη διάρκεια της βλαστικής περιόδου, τη συνολική διάρκεια της καλλιέργειας και από άλλους παράγοντες. Για την ανάπτυξη μεγάλων φυτών σε αμμώδη εδάφη, οι αποστάσεις είναι 120-150cm. Για μέσης ανάπτυξης φυτά σε μέσης σύστασης εδάφη οι αποστάσεις κυμαίνονται από 75 έως 100cm, ενώ για μικρής ανάπτυξης φυτά σε αβαθή πηλώδη εδάφη είναι 60-90cm. Γενικά, σε παραγωγικά εδάφη και με ευνοϊκές καιρικές συνθήκες, οι αποστάσεις των 50-60cm δίνουν τα καλύτερα αποτελέσματα.

Η πυκνότητα των φυτών επάνω στις γραμμές διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στην παραγωγή σπόρου και ελέγχεται με την ανάλογη ποσότητα σπόρου κατά τη σπορά και με το αραίωμα. Το αραίωμα εφαρμόζεται όταν τα φυτά βρίσκονται στο στάδιο των δυο έως τεσσάρων φύλλων, με στόχο να προκύψει ομοιόμορφη φυτεία με πέντε φυτά ανά 30cm. Η εργασία αυτή μπορεί να γίνει με το χέρι ή μηχανικά, με τις μηχανές που χρησιμοποιούνται στο αραίωμα των σακχαρότευτλων. Τέλος, η ποσότητα του σπόρου που σπέρνεται κυμαίνεται από 55g έως 2kg ανά στρέμμα, ανάλογα με την πυκνότητα που επιδιώκεται.

Ε) Λίπανση

Η εφαρμογή μικρών ποσοτήτων αζώτου (μία και μισή έως δύο μονάδες ανά στρέμμα) προσπαρτικά ή λίγο μετά τη σπορά, βοηθά στην καλή εγκατάσταση των φυτών, όχι όμως και στην αύξηση της παραγωγής σπόρου. Η καλή εγκατάσταση των φυτών (ανάπτυξη του ριζικού συστήματος) ευνοείται και από τη φωσφορούχο λίπανση (έξι μονάδες ανά στρέμμα). Πρέπει να σημειωθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί αυξημένη παραγωγή σπόρου εφαρμόζοντας λίπανση με βόριο.

ΣΤ) Απομόνωση

Η μηδική είναι εντομόφιλο-σταυρογονιμοποιούμενο φυτό. Για τον λόγο αυτό, οι ελάχιστες αποστάσεις απομόνωσης όσον αφορά τις μεγάλες φυτείες (μεγαλύτερες από 50 στρέμματα) είναι 200, 100 και 50m για προβασικό, βασικό και πιστοποιημένο σπόρο, αντίστοιχα. Οι αποστάσεις αυτές πρέπει να είναι μεγαλύτερες (200-300m) όταν οι αγροί σποροπαραγωγής έχουν μικρότερη έκταση.

3.Καλλιεργητικές φροντίδες

Α) Άρδευση

Οι μέγιστες αποδόσεις σε σπόρο προκύπτουν όταν εφαρμόζεται άρδευση, ώστε να υπάρχει επάρκεια νερού και τα φυτά να αναπτύσσονται αργά αλλά σταθερά. Κρίσιμο θεωρείται το στάδιο έναρξης της ανθοφορίας και αν κατά το στάδιο αυτό παρατηρηθεί έλλειψη νερού στο επίπεδο του ενεργού ριζώματος (38cm), τότε η άρδευση είναι αναγκαία.

Γενικά, σε αβαθή και πηλώδη εδάφη εφαρμόζονται μέτριες ποσότητες ύδατος, σε 3 ή 4 δόσεις κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης των φυτών και μια δόση μετά τη συγκομιδή. Ο καταιονισμός αποτελεί την εφαρμοζόμενη μέθοδο άρδευσης, αν και έχει βρεθεί ότι η διαβροχή των φυτών οψιμίζει την ανθοφορία και επιδρά αρνητικά στην περίοδο επικονίασης. Επιπλέον, ο καταιονισμός δημιουργεί μεγάλη σχετική υγρασία, που ενδέχεται να ευνοήσει την ανθόπτωση και να εμποδίσει την καρπόδεση. Η μέθοδος αυτή της άρδευσης ενδείκνυται κυρίως για τα αμμώδη και αβαθή εδάφη, πρέπει όμως να διακόπτεται λίγο πριν από την ωρίμανση των λοβών, για να μειωθεί η απώλεια σπόρων και για να μην υποβαθμιστεί η ποιότητά τους.

Β) Έλεγχος των ζιζανίων

Η παρουσία ζιζανίων στον αγρό επηρεάζει αρνητικά την πυκνότητα της φυτείας, καθυστερεί τη συγκομιδή και αυξάνει το κόστος καθαρισμού των σπόρων. Τα ζιζάνια καταπολεμούνται ευκολότερα κατά το στάδιο του νεαρού φυταρίου. Ορισμένα ζιζάνια επιβάλλεται να καταπολεμούνται στον αγρό, γιατί οι σπόροι τους απομακρύνονται δύσκολα με τον καθαρισμό και δεν επιτρέπεται η παρουσία τους στη σπορομερίδα. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν το άγριο σινάπι (Sinapis arvensis), ο αμάραντος (Amaranthus spp.), η κουσκούτα (Cuscuta spp.) και η στελάρια (Stelaria media). Στις περιπτώσεις αυτές ορισμένοι σπόροι (κουσκούτα, στελάρια) διαχωρίζονται με μαγνητικό διαχωριστή, αν και η τεχνική αυτή προκαλεί απώλεια σπόρου από 1-11% ή και ακόμη μεγαλύτερη.

Το εντονότερο πρόβλημα της μηδικής είναι η κουσκούτα και δεν εννοείται παραγωγή σπόρου χωρίς να αντιμετωπιστεί το ζιζάνιο αυτό. Από την στιγμή που ένας αγρός μολυνθεί με κουσκούτα, αυτή θα παραμείνει στον αγρό και θα επεκτείνεται για μεγάλη χρονική περίοδο (10 έως 20 χρόνια). Η κουσκούτα μεταδίδεται με μολυσμένο σπόρο, με θεριστικές μηχανές, με κοπριά ή χώμα που προσκολλάται στα γεωργικά εργαλεία και ζώα ή βρίσκεται στο αρδευτικό νερό κ.λπ.

Γ) Έλεγχος της ανθοφορίας

Η περίοδος της ανθοφορίας πρέπει να είναι δυνατό να ελεγχθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αφενός να μη συμπέσει με την απελευθέρωση γύρης από άλλες πηγές και αφετέρου  να συμπέσει με την περίοδο κατά την οποία η δραστηριότητα των εντόμων είναι έντονη. Αυτό επιτυγχάνεται με την απομάκρυνση της πρώτης βλάστησης κάθε περιόδου (αρχές Μαΐου). Η απομάκρυνση αυτή καθυστερεί την ανθοφορία (για 30 έως 40 ημέρες), αλλά δε συνίσταται για τις περιοχές στις οποίες οι σπόροι δεν ωριμάζουν έγκαιρα (πριν από τους πρώτους παγετούς). Όταν, μάλιστα, η μεταχείριση αυτή έγινε πρόωρα (τον Απρίλιο), σε ορισμένες περιπτώσεις βρέθηκε να συμβάλλει θετικά στην αύξηση της ποσότητας του παραγόμενου σπόρου.

4.Συγκομιδή

Η συγκομιδή γίνεται με αλωνιστικές μηχανές, ειδικές για ξηραμένα φυτά. Για τον λόγο αυτό προηγείται της συγκομιδής μια προετοιμασία που περιλαμβάνει την κοπή των φυτών, ώστε να στεγνώσουν από τον ήλιο. Στη συνέχεια, η αλωνιστική μηχανή διέρχεται από τις γραμμές των πεσμένων φυτών και τα αλωνίζει. Εναλλακτικά η αποξήρανση μπορεί να γίνει και με ειδικές αποξηραντικές χημικές ουσίες. Στην πρώτη περίπτωση ο θερισμός γίνεται όταν τα 2/3 έως ¾ των λοβών έχουν αποκτήσει σκοτεινό καφέ χρωματισμό και ο αλωνισμός όταν η υγρασία των φυτών έχει μειωθεί σε ποσοστό 12-18%. Η μέθοδος συνίσταται στις περιπτώσεις που καθυστερεί η ωρίμανση (λόγω υγρασίας ή καθυστερημένης επικονίασης ορισμένοι λοβοί παραμένουν πράσινοι), η οποία θα ολοκληρωθεί με το στέγνωμα των φυτών ή όταν ο αγρός έχει ζιζάνια. Η χρησιμοποίηση αποξηραντικών ουσιών συνίσταται όταν τα φυτά παρουσιάζουν ομοιόμορφη ωρίμανση ή όταν τα υπάρχει κίνδυνος να διασκορπιστούν τα θερισμένα φυτά από την επίδραση ανέμων (μπορεί να παρατηρηθεί απώλεια μεγαλύτερη από 50%). Ο θεριζο-αλωνισμός γίνεται με υγρασία λοβών και φύλλων 15-20%, αν και τα στελέχη μπορεί να παραμείνουν πράσινα.

Η απόδοση σε σπόρο μπορεί να φτάσει ή και να υπερβεί τα 200kg/στρέμμα. Μειωμένες αποδόσεις είναι δυνατό να παρατηρηθούν από προσβολές επιβλαβών εντόμων, από αντίξοες για τα φυτά ή τους επικονιαστές καιρικές συνθήκες και από απώλειες κατά τη συγκομιδή.

5.Καλλιεργητικές φροντίδες μετά τη συγκομιδή

Μετά τη συγκομιδή συνίσταται η απομάκρυνση ή καταστροφή των φυτικών υπολειμμάτων το γρηγορότερο δυνατό. Τα υπολείμματα αυτά μπορούν να τεμαχιστούν, να καούν, να δεματοποιηθούν, να αφεθούν για αποσύνθεση ή να χρησιμοποιηθούν για βόσκηση προβάτων. Ότι παραμένει στον αγρό πρέπει να ενσωματωθεί στο έδαφος μετά από σχετική κατεργασία. Οι αγροί πρέπει να αρδευτούν με 30-40mm νερό, για να διατηρηθεί η ευρωστία των φυτών και να διευκολυνθεί η αποσύνθεση των υπολειμμάτων που ενσωματώθηκαν στο έδαφος, καθώς επίσης για να αναβλαστήσουν τα φυτά και να βλαστήσουν τα ζιζάνια. Μετά την αναβλάστηση των φυτών και την βλάστηση των ζιζανίων, εφαρμόζεται ένα σβάρνισμα για να καταστραφούν τα νεαρά φυτάρια των ζιζανίων. Επίσης, μπορεί να γίνει αραίωμα, προφυτρωτική ζιζανιοκτονία και κατεργασία του εδάφους, για να δημιουργηθούν σχισμές που θα διευκολύνουν τη διήθηση του νερού κατά τον χειμώνα. Σε εδάφη που σχηματίζουν μεγάλες και βαθιές σχισμές, η κατάλληλη κατεργασία ώστε να δημιουργηθούν σχισμές σε βάθος έως 60cm, βρέθηκε να έχει ευεργετικά αποτελέσματα στην παραγωγή σπόρου. Αντίθετα, στα αργιλώδη εδάφη η δημιουργία τέτοιων σχισμών βρέθηκε να μειώνει την απόδοση σε σπόρο.