Του Θωμά Χανή για το agrocapital.gr

Πολυετές φυτό του γένους Origanum, της οικογένειας των χειλανθών (Labiatae). Ιθαγενές φυτό της περιοχής της Μεσογείου, με εξάπλωση σε όλες σχεδόν τις παραμεσόγειες χώρες (Ευρώπη και Αφρική), αλλά και στις εύκρατες ζώνες της Ασίας και της Αμερικής. Η ονομασία της ρίγανης προέρχεται από την αρχαία λέξη «Ορίγανον», που αποτελείται από τη λέξη «όρος» (βουνό) και το ρήμα «γανούσθαι» (αγαπώ, θέλω). Η ονομασία δηλώνει την προτίμηση της ρίγανης στα μεγαλύτερα υψόμετρα. Ως ρίγανη, ιδίως στην Ελλάδα, διακρίνονται 3 είδη: Origanum vulgare ssp. Viridulum, Origanum omits (τούρκικη ρίγανη), Vulgare ssp. Hirtum (ελληνική ρίγανη). Στην Ελλάδα, το πιο διαδεδομένο είδος φαίνεται να είναι το Origanum vulgare ssp. hirtum, το οποίο είναι ιθαγενές φυτό της χώρας μας.

Βοτανική περιγραφή

Η ρίγανη είναι πολυετής πόα, αλλά οι βλαστοί γρήγορα χάνουν τον ποώδη χαρακτήρα και ξυλοποιούνται. Μετά την ξυλοποίηση, το φυτό δίνει την εικόνα του κοντού θάμνου. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ο αυτοφυής θάμνος ξηραίνεται. Οι βλαστοί είναι τετραγωνικής διατομής, τριχωτοί, πολύκλαδοι, ύψους 30-80cm και στην αρχή της ανάπτυξης είναι έρποντες. Όταν οι βλαστοί ακουμπήσουν στο έδαφος ριζώνουν. Τα φύλλα είναι μικρά, έμμισχα, σε αντίθετη διάταξη, ωοειδή, πριονωτά, τριχωτά, σταχτοπράσινα. Τα φύλλα όταν τρίβονται, ανάδουν την χαρακτηριστική μυρωδιά της ρίγανης. Τα άνθη είναι μικρά, λευκά, σε σύνθετες ταξιανθίες, σε σπονδυλωτούς στάχεις, που καλύπτουν το 1/3 του άνω μέρους κάθε στελέχους. Το υποείδος Origanum vulgare έχει ρόδινα-μωβ άνθη. Οι ταξιανθίες δεν ωριμάζουν ταυτόχρονα. Οι κάτω ταξιανθίες του ανθοφόρου στελέχους, μπορεί να έχουν ώριμους καρπούς, ενώ οι πάνω στάχεις μπορεί να βρίσκονται ακόμη στην ανθοφορία. Οι σπόροι είναι πολύ μικροί.

Εδαφοκλιματικές απαιτήσεις

Η ρίγανη προσαρμόζεται σε διάφορα περιβάλλοντα, χωρίς ιδιαίτερες εδαφοκλιματικές απαιτήσεις. Μπορεί να καλλιεργηθεί σε πεδινές, ημιορεινές και ορεινές περιοχές, σε ποικιλία εδαφών, εκτός από πολύ αμμώδη και αργιλώδη εδάφη. Αυτοφύεται σε χαμηλά ως μεσαία υψόμετρα, συνήθως σε φωτεινές θέσεις, σε θαμνώδη και χέρσα μέρη της Ελλάδας. Η άριστη τιμή εδαφικού pH είναι 6,8, αλλά μπορεί να αναπτυχθεί καλά και σε υψηλότερες τιμές pH. Η άριστη θερμοκρασία ανάπτυξης είναι 18-22 βαθμοί κελσίου, με όρια ανάπτυξης από 4 έως 33 βαθμοί κελσίου, ενώ φυτά καλά ανεπτυγμένα (μεγαλύτερα του ενός έτους) αντέχουν σε θερμοκρασίες από -25 έως +42 βαθμούς κελσίου. Επιπλέον, το φως είναι απαραίτητο, προκειμένου το φυτό να δώσει καλής ποιότητας βρώμη. Δεν είναι ιδιαίτερα απαιτητική σε θρεπτικά στοιχεία. Η προσθήκη μεγάλων αζωτούχων λιπασμάτων δίνει μεγάλη χορτομάζα, με χαμηλή περιεκτικότητα σε αιθέρια έλαια. Σε συμβατικές καλλιέργειες, 40-50kg/στρέμμα σύνθετου λιπάσματος 11-15-15, ως βασική λίπανση, είναι αρκετά για ικανοποιητική ανάπτυξη. Η ρίγανη αντέχει στην ξηρασία, και γι αυτό μπορεί να καλλιεργηθεί ξηρικά. Οι ανάγκες σε νερό είναι περιορισμένες, αρκεί να καλλιεργείται σε εδάφη που συγκρατούν υγρασία, και σε περιοχές με υψηλή βροχόπτωση και δροσερό καλοκαίρι. Σε παρατεταμένη ξηρασία, την περίοδο της άνοιξης, 1-2 ποτίσματα (40-50mm έκαστος), αυξάνουν την απόδοση, χωρίς ωστόσο να μειώνουν την ποιότητα. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο και με παραφυάδες. Μπορεί επίσης να πολλαπλασιαστεί και με μοσχεύματα. Αναπτύσσεται πολύ εύκολα από μοσχεύματα. Ο πιο συνηθισμένος τρόπος πολλαπλασιασμού είναι με σπόρο, με σπορά σε σπορεία και μεταφύτευση, ή απευθείας σπορά στον αγρό. Ο σπόρος είναι πολύ μικρός σε μέγεθος. Συνήθως απαιτείται σπορά σε ειδικά σπορεία, και στη συνέχεια, τα φυτά που αναπτύσσονται, μεταφυτεύονται στον αγρό. Η εγκατάσταση μπορεί να γίνει τόσο το φθινόπωρο, όσο και την άνοιξη. Για φθινοπωρινή εγκατάσταση, τα σπορεία ετοιμάζονται αρχές Αυγούστου. Για ανοιξιάτικη εγκατάσταση, τα σπορεία ετοιμάζονται αρχές με μέσα Ιανουαρίου. Απαιτούνται 8-10m2 σπορείου για 1 στρέμμα. Συνήθως, 2g σπόρου είναι επαρκή, για να ληφθούν 700-800 φυτά/m2. Ο σπόρος δεν έχει ομοιόμορφο φύτρωμα, και αρχίζει να φυτρώνει 15 ημέρες από την σπορά. Τα φυτά είναι έτοιμα για μεταφύτευση, αφού βγάζουν μερικά φύλλα. Τα σπορόφυτα φυτεύονται σε αποστάσεις 60-80cm μεταξύ των γραμμών και 30-40cm επί των γραμμών. Απαιτείται πότισμα κατά τη φύτευση, ακόμα και σε ξηρικές καλλιέργειες, ανεξάρτητα από το χρόνο φύτευσης (φθινόπωρο ή άνοιξη).η καταπολέμηση των ζιζανίων είναι σημαντικός παράγοντας επιτυχίας, της φυτείας της ρίγανης. Σκάλισμα επί της γραμμής 3 εβδομάδες από τη φύτευση, βοηθά την ανάπτυξη των φυτών.

Συγκομιδή

Η συγκομιδή γίνεται μια φορά, στο στάδιο της πλήρους άνθησης (Ιούνιο ή Ιούλιο). Γίνεται με κοπή όλου του υπέργειου τμήματος, σε ύψος περίπου 8-10cm από το έδαφος. Η υπέργεια βιομάζα αφήνεται να ξηραθεί στη σκιά ή μεταφέρεται σε υπόστεγα, ή ειδικά ξηραντήρια. Αν πρόκειται να διατεθεί για ξηρή δρόγη, τρίβεται και κοσκινίζεται. Κατά το διάστημα μεταξύ κοπής και αλωνισμού, η ρίγανη δεν πρέπει να βραχεί, επειδή μαυρίζει (υποβαθμίζεται η ποιότητα της δρόγης και του αιθέριου ελαίου). Τον πρώτο χρόνο, σε ανοιξιάτικη εγκατάσταση, η απόδοση είναι πολύ μικρή. Σε φθινοπωρινή εγκατάσταση, μπορεί να έχουμε και απόδοση μέχρι και 40kg/στρέμμα (σε τριμμένη ρίγανη). Τον δεύτερο χρόνο η παραγωγή αυξάνεται κατακόρυφα. Οι αποδόσεις διατηρούνται σταθερές, μέχρι και τον έκτο χρόνο, και στη συνέχεια, αρχίζουν να φθίνουν. Η φυτεία της ρίγανης μπορεί να αποδώσει παραγωγή μέχρι και 10 έτη ζωής.

Αιθέριο έλαιο

Τα κύρια συστατικά του αιθέριου ελαίου είναι η καρβακρόλη, η θυμόλη, το γ-τερπινένιο και το ρ-κυμένιο. Η καρβακρόλη, καθορίζει σε μεγάλο ρυθμό την ποιότητα της ρίγανης σε αιθέριο έλαιο. Η ελληνική ρίγανη πλεονεκτεί σε σχέση με την ισπανική και την τούρκικη, επειδή περιέχει μεγαλύτερη ποσότητα αιθέριου ελαίου, που κυμαίνεται από 1,8-8,2mL/100gr ξηρού βάρους. Ακόμα όμως και ανάμεσα σε πληθυσμούς του ίδιου είδους, παρατηρούνται μεγάλες διαφορές στην ποιοτική και στην ποσοτική σύσταση του αιθέριου ελαίου. Εξαιρετικά υψηλές τιμές αιθέριου ελαίου βρέθηκαν στην Κρήτη, την Αμοργό, στο Γύθειο και στην Χερσόνησο του Άθω. Τέτοιες υψηλές τιμές δεν βρέθηκαν σε κανένα είδος ρίγανης. Ενδεικτικά, μια  μέθοδος παραλαβής του αιθέριου ελαίου είναι η απόσταξη με υδρατμούς.

Ιδιότητες

Η ρίγανη έχει αντισπασμωδικές, αντιφλεγμονώδεις, αντιβακτηριδιακές ιδιότητες, που οφείλονται στη θυμόλη και στη καρβακρόλη. Τα ευεργετικά αποτελέσματα εμφανίζονται στο αναπνευστικό, στο γαστρεντερικό και στο ουροποιητικό σύστημα. Είναι αντιβηχικό και αποχρεμπτικό- βοηθάει σημαντικά στη θεραπεία των πεπτικών και εντερικών διαταραχών. Η αντιμικροβιακή και αντιμυκητιακή δράση, την καθιστούν βασικό συστατικό για ήπια αντιβιοτικά στην κτηνοτροφία. Τα τελευταία χρόνια, το αιθέριο έλαιο, χρησιμοποιείται και στην φαρμακευτική, ως συμπλήρωμα διατροφής, ή ως ενισχυτικό του ανοσοποιητικού συστήματος.

Χρήσεις

Η ξηρή δρόγη της ρίγανης χρησιμοποιείται ως άρτυμα στη μαγειρική ή ως ρόφημα. Στην ελληνική κουζίνα, η ρίγανη καταλαμβάνει περίοπτη θέση, αφού χρησιμοποιείται πάρα πολύ και κυρίως σε ψητά, κρεατικά, και σε σαλάτες. Έχει επεκταθεί η χρήση της από τις βιομηχανίες παραγωγής τροφίμων, οι οποίες χρησιμοποιούν τη γεύση της ρίγανης στα προϊόντα τους. Το αιθέριο έλαιο χρησιμοποιείται επίσης στην αρωματοθεραπεία και στην φαρμακοβιομηχανία. Επίσης, το αιθέριο έλαιο χρησιμοποιείται στα σιτηρέσια των χοίρων και των πουλερικών βιολογικής εκτροφής, αντικαθιστώντας τα επιβλαβή αντιβιοτικά.