Η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιεύει σήμερα την Έκθεση για τους Επιχειρησιακούς Στόχους Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων (MEA), με ημερομηνία αναφοράς 30 Σεπτεμβρίου 2017. 

Το Σεπτέμβριο του 2017, οι τράπεζες αναθεώρησαν του στόχους τους για τη μείωση των ΜΕΑ, καθώς θα πρέπει να υποβάλλουν κάθε Σεπτέμβριο αναλυτικά τα μεγέθη για όλα τα τρίμηνα του επερχόμενου έτους, σύμφωνα με το πλαίσιο των επιχειρησιακών στόχων για τα ΜΕΑ. Επιπλέον τους παρέχεται η δυνατότητα αναθεώρησης των στόχων τους, προκειμένου να ενσωματωθούν πιθανές αλλαγές στο επιχειρηματικό περιβάλλον ή/και στις στρατηγικές διαχείρισης των ΜΕΑ από τις τράπεζες. Η έκθεση παρέχει αναλυτική πληροφόρηση για τους επιχειρησιακούς στόχους και επιλεγμένους δείκτες απόδοσης που έχουν τεθεί, καθώς και για την εξέλιξή τους σε τριμηνιαία βάση. 

Με βάση το πλαίσιο εποπτικής πληροφόρησης, όπως έχει ορισθεί με την Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΕΕ 102/30.8.2016), οι εποπτικές αρχές είναι σε θέση να έχουν αναλυτική εικόνα για την ποιότητα του χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων και για την υλοποίηση των επιχειρησιακών στόχων και των επιλεγμένων δεικτών απόδοσης σε τριμηνιαία βάση. 

Στην έκθεση παρέχεται εκτενής ανάλυση των στόχων που έχουν τεθεί έως και το τέλος του 2019, ενώ πραγματοποιείται και σύγκριση των επιδόσεων της τρέχουσας περιόδου με τους αντίστοιχους στόχους. Στο παράρτημα της έκθεσης γίνεται επίσης σύντομη αναφορά στο τεχνικό υπόβαθρο σχετικά με τους στόχους. 

Με στοιχεία Σεπτεμβρίου 2017, το ύψος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ)1 μειώθηκε κατά 2,4% και 5,5% συγκριτικά με το τέλος του Ιουνίου 2017 και του Δεκεμβρίου 2016 αντίστοιχα, αγγίζοντας τα 100,4 δισεκ. ευρώ ή το 44,6% των συνολικών ανοιγμάτων2. Σε σχέση με το Μάρτιο του 2016, όπου τα ΜΕΑ έφθασαν στο υψηλότερο επίπεδο, παρατηρείται μείωση κατά 7,6% ή 8,2 δισεκ. ευρώ.

Ο τριμηνιαίος δείκτης αθέτησης (default rate) μειώθηκε για πρώτη φορά εντός του 2017, αγγίζοντας το 2%, ξεπερνώντας όμως και πάλι το ρυθμό αποκατάστασης της τακτικής εξυπηρέτησης δανείων (cure rate) και αναδεικνύοντας ξανά τις διαγραφές δανείων ως το σημαντικότερο μέσο μείωσης των ΜΕΑ. Για αυτό το τρίμηνο εξαιρετικά σημαντική υπήρξε και η επίδραση των πωλήσεων, οι οποίες αφορούσαν όμως σχεδόν στο σύνολό σε 1,1 δισεκ. ευρώ για το τρίτο τρίμηνο, αγγίζοντας τα 4,4 δισεκ. ευρώ για το εννεάμηνο.

Οι πωλήσεις δανείων αντίστοιχα ανήλθαν σε 1,4 δισεκ. ευρώ για το τρίτο τρίμηνο, αγγίζοντας τα 1,8 δισεκ. ευρώ για το εννεάμηνο. Οι σημαντικότερες εισροές ΜΕΑ παρατηρήθηκαν και αυτή την περίοδο στο στεγαστικό χαρτοφυλάκιο, αλλά αντισταθμίστηκαν από τον υψηλό ρυθμό αποκατάστασης της τακτικής εξυπηρέτησης δανείων στο εν λόγω χαρτοφυλάκιο. Η μείωση των ΜΕΑ που προήλθε από εισπράξεις και ρευστοποιήσεις ήταν περιορισμένη. Όπως προαναφέρθηκε, τον κυριότερο παράγοντα μείωσης αποτέλεσαν οι διαγραφές και πωλήσεις δανείων, ιδιαίτερα στο επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο. 

Αξιοσημείωτο είναι το ποσοστό των ΜΕΑ που τελεί σε καθεστώς αίτησης για υπαγωγή σε νομική προστασία. Στο σύνολο των χαρτοφυλακίων, το 14,5% των ΜΕΑ τελεί υπό καθεστώς αίτησης για υπαγωγή σε νομική προστασία, ενώ στο στεγαστικό το ποσοστό ξεπερνά το 30%.

Ο δείκτης ΜΕΑ παραμένει υψηλός στα περισσότερα χαρτοφυλάκια. Στο τέλος του Σεπτεμβρίου του 2017, ο δείκτης ΜΕΑ άγγιζε το 43,3% για το στεγαστικό, το 53,2% για το καταναλωτικό και το 43,6% για το επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο. Στο επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο, η μεγαλύτερη συγκέντρωση ΜΕΑ παρατηρείται στο χαρτοφυλάκιο των ελεύθερων επαγγελματιών και πολύ μικρών επιχειρήσεων (δείκτης ΜΕΑ: 66,5%), καθώς και στο χαρτοφυλάκιο των Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων (ΜΜΕ - δείκτης ΜΕΑ: 59,0%). Σταθερά καλύτερες επιδόσεις παρατηρούνται στο χαρτοφυλάκιο των μεγάλων επιχειρήσεων (δείκτης ΜΕΑ: 24,5%) και στα ναυτιλιακά δάνεια (δείκτης ΜΕΑ: 34,8%).

Η κάλυψη από προβλέψεις σε επίπεδο συστήματος έχει μειωθεί οριακά, αγγίζοντας το 48,0% το Σεπτέμβριο του 2017, από 48,3% το Ιούνιο, κυρίως λόγω των εκτεταμένων διαγραφών και πωλήσεων δανείων, τα οποία είχαν υψηλή κάλυψη από προβλέψεις.

Εφόσον συμπεριληφθεί στις προβλέψεις και η αξία των εξασφαλίσεων (με ανώτατη αξία το υπόλοιπο του δανείου προ προβλέψεων απομείωσης), η κάλυψη των ΜΕΑ που επιτυγχάνεται είναι σχεδόν πλήρης.

1Σύμφωνα με τους ορισμούς της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΒΑ), στα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα περιλαμβάνονται δάνεια με καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών και δάνεια αβέβαιης είσπραξης χωρίς τη ρευστοποίηση εξασφάλισης, ανεξαρτήτως ημερών καθυστέρησης (ΕΒΑ, Annex V. Part 2. 145-162).
2Περιλαμβάνονται τα εκτός ισολογισμού στοιχεία. Εξαιρουμένων των στοιχείων αυτών και ενήμερου δανείου στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο έχει εξαιρεθεί από τη στοχοθεσία, το ύψος των ΜΕΑ μειώθηκε κατά 2,6% κατά το τρίτο τρίμηνο του 2017 στα 99,1 δισεκ. ευρώ ή σε 50,1% των συνολικών ανοιγμάτων.