Η αυστριακή τεχνολογία που υπόσχεται 40.000 κυβικά μέτρα νερού την ημέρα
Καθώς περισσότερο από το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού ενδέχεται να ζει έως το 2050 σε περιοχές με περιορισμένους υδάτινους πόρους, αυξάνεται το ενδιαφέρον για τεχνολογίες που μπορούν να παράγουν νερό χωρίς άντληση από υπόγεια αποθέματα.
Η λειψυδρία εξελίσσεται σε μία από τις σοβαρότερες προκλήσεις για τις κυβερνήσεις, τη βιομηχανία και κυρίως τη γεωργία, η οποία παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους καταναλωτές νερού παγκοσμίως.
Σήμερα, περίπου το 36% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε περιοχές όπου οι διαθέσιμοι υδάτινοι πόροι βρίσκονται υπό έντονη πίεση. Μέχρι το 2050, το ποσοστό αυτό εκτιμάται ότι θα μπορούσε να ξεπεράσει το 50%, καθώς η αύξηση της θερμοκρασίας, οι παρατεταμένες ξηρασίες και τα ακραία καιρικά φαινόμενα περιορίζουν τη διαθεσιμότητα καθαρού νερού.
Την ίδια στιγμή, η αστικοποίηση, η πληθυσμιακή αύξηση και η ανάπτυξη της βιομηχανικής δραστηριότητας αυξάνουν συνεχώς τη ζήτηση. Πρόσθετες απώλειες προκαλούνται από τα παλαιωμένα δίκτυα ύδρευσης, μέσα από τα οποία σημαντικές ποσότητες νερού χάνονται πριν φτάσουν στους καταναλωτές ή στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις.
Μια χώρα θεωρείται ότι αντιμετωπίζει υψηλό υδατικό στρες όταν η ετήσια κατανάλωσή της υπερβαίνει το 40% των διαθέσιμων ανανεώσιμων υδάτινων πόρων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η πίεση μπορεί να φτάνει ακόμη και το 80%.
Στη συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνονται, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, χώρες όπως η Ελλάδα, η Ισπανία, το Μεξικό, η Αργεντινή, η Λιβύη, η Αλγερία και το Ομάν. Για τη Μεσόγειο, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι συχνότερες περίοδοι ξηρασίας συμπίπτουν με αυξημένες ανάγκες άρδευσης.
Μία τεχνολογική πρόταση για την αντιμετώπιση του προβλήματος παρουσιάζει το αυστριακό περιβαλλοντικό δίκτυο Umweltcluster Austria.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας, μια εγκατάσταση που συνδέεται με ενεργειακή μονάδα ισχύος περίπου 1.500 MW θα μπορούσε να παράγει έως και 40.000 κυβικά μέτρα νερού ημερησίως. Η ετήσια παραγωγή υπολογίζεται σε περίπου 15 δισεκατομμύρια λίτρα νερού.
Η εταιρεία υποστηρίζει ότι η μέθοδος βασίζεται στην πλήρη αξιοποίηση της απορριπτόμενης θερμότητας μιας εγκατάστασης, η οποία μετατρέπεται σε ενέργεια για τη διαδικασία παραγωγής νερού.
Με βάση τους υπολογισμούς που παρουσιάζει, η ετήσια ποσότητα θα ήταν αρκετή για τη δημιουργία ενός τεχνητού υδάτινου αποθέματος μήκους 2.000 μέτρων, πλάτους 650 μέτρων και βάθους 10 μέτρων.
Βασικό στοιχείο της προτεινόμενης τεχνολογίας είναι ότι δεν απαιτείται άντληση από υφιστάμενους υδάτινους πόρους, όπως οι υπόγειοι υδροφορείς. Αυτό, σύμφωνα με τους κατασκευαστές, θα μπορούσε να επιτρέψει την εγκατάσταση μονάδων σε ξηρές ή ερημικές περιοχές, χωρίς να επιβαρύνονται τα ήδη περιορισμένα αποθέματα.
Η διαθεσιμότητα μεγάλων ποσοτήτων νερού θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες δυνατότητες για την ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας σε περιοχές όπου σήμερα η παραγωγή είναι περιορισμένη ή οικονομικά ασύμφορη.
Η πρόσβαση σε σταθερές ποσότητες νερού μπορεί να διευκολύνει την άρδευση, την καλλιέργεια υποβαθμισμένων εκτάσεων και την ανάπτυξη ζωικής παραγωγής. Παράλληλα, θα μπορούσε να συμβάλει στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στον περιορισμό της εγκατάλειψης της υπαίθρου.
Η Umweltcluster Austria αναφέρει ακόμη ότι η διαδικασία παραγωγής είναι ουδέτερη ως προς τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, δεν προκαλεί ατμοσφαιρική ρύπανση και μπορεί να λειτουργήσει χωρίς περιβαλλοντική επιβάρυνση.
Η εταιρεία δηλώνει ότι διαθέτει ιδιόκτητο λογισμικό για τον έλεγχο και τη ρύθμιση της εγκατάστασης, ενώ υποστηρίζει ότι μπορεί να παραδώσει μονάδες «με το κλειδί στο χέρι» μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.
Ωστόσο, για την ευρύτερη εφαρμογή μιας τέτοιας τεχνολογίας θα απαιτηθεί ανεξάρτητη αξιολόγηση του κόστους κατασκευής και λειτουργίας, της ενεργειακής αποδοτικότητας, της ποιότητας του παραγόμενου νερού και της δυνατότητας αξιοποίησής του για ύδρευση ή άρδευση.
Σε κάθε περίπτωση, καθώς η λειψυδρία μετατρέπεται από εποχικό πρόβλημα σε μόνιμη απειλή για ολοένα περισσότερες περιοχές, οι τεχνολογίες παραγωγής, επαναχρησιμοποίησης και εξοικονόμησης νερού αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο των επενδύσεων των επόμενων δεκαετιών.