FAO: Οι αγροτικές επιδοτήσεις της ΕΕ ακριβαίνουν την υγιεινή διατροφή

Κατά 36% αυξήθηκε στην Ευρώπη το κόστος μιας ισορροπημένης διατροφής την περίοδο 2021-2025

Στην αύξηση των τιμών των φρούτων και των λαχανικών και, κατ’ επέκταση, στη δυσκολότερη πρόσβαση των πολιτών σε μια υγιεινή διατροφή έχουν συμβάλει οι αγροτικές επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών για την κατάσταση της επισιτιστικής ασφάλειας και της διατροφής.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της έκθεσης, το κόστος μιας υγιεινής διατροφής αυξήθηκε κατά 36% στην Ευρώπη από το 2021 έως το 2025, ποσοστό υψηλότερο από τη μέση παγκόσμια αύξηση, η οποία διαμορφώθηκε στο 25%.

Η άνοδος των τιμών των τροφίμων συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις πληθωριστικές πιέσεις που προκάλεσαν η πανδημία της Covid-19, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, σύμφωνα με τον FAO, ευθύνη φέρουν και οι πολιτικές επιλογές που επί σειρά ετών ευνόησαν κυρίως την παραγωγή αμυλούχων καλλιεργειών, όπως τα σιτηρά, καθώς και τον κλάδο του κρέατος.

Η συγκεκριμένη κατεύθυνση των ενισχύσεων είχε ως αποτέλεσμα η παραγωγή λαχανικών, φρούτων και οσπρίων να παραμένει συγκριτικά ακριβότερη, παρά το γεγονός ότι τα προϊόντα αυτά αποτελούν βασικό μέρος μιας ισορροπημένης διατροφής.

Ο Ντέιβιντ Λαμπόρντ, ένας από τους συντάκτες της έκθεσης και επικεφαλής οικονομικών αγροδιατροφής του FAO, χαρακτήρισε την κατάσταση ως μορφή «έμμεσης φορολόγησης» των καταναλωτών.

Μέρος της ευθύνης αποδίδεται στις άμεσες αγροτικές ενισχύσεις της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, ενός από τα μεγαλύτερα χρηματοδοτικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο εφαρμόζεται από τη δεκαετία του 1960.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Λαμπόρντ, ακόμη μεγαλύτερη επίδραση στη διαμόρφωση των τιμών είχε η περιορισμένη επένδυση στην έρευνα και την καινοτομία για τη μείωση του κόστους παραγωγής φρούτων και λαχανικών. Πρόκειται για καλλιέργειες με αυξημένες ανάγκες σε ανθρώπινη εργασία, γεγονός που επιβαρύνει σημαντικά το τελικό κόστος.

«Αυτό έχει αυξήσει την παραγωγικότητα σε ορισμένους τομείς. Όμως δεν έχουμε κάνει τίποτα για τα όσπρια και τα φασόλια», δήλωσε ο ίδιος στο Politico.

Για τον μέσο Ευρωπαίο πολίτη, το ημερήσιο κόστος μιας διατροφής που ανταποκρίνεται στις ελάχιστες απαιτήσεις ως προς τα θρεπτικά συστατικά, τις θερμίδες και την ποικιλία αυξήθηκε κατά ένα δολάριο μεταξύ 2021 και 2025, φθάνοντας στα 3,97 δολάρια.

Σύμφωνα με την έκθεση, τα λαχανικά, τα φρούτα και τα όσπρια αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 60% του συνολικού κόστους ενός υγιεινού ημερήσιου διαιτολογίου. Αντίθετα, οι αμυλούχες καλλιέργειες, όπως το σιτάρι και το ρύζι, καλύπτουν μόλις το 13%.

Παρά τη συγκεκριμένη αναλογία, το μεγαλύτερο μέρος των αγροτικών επιδοτήσεων παγκοσμίως εξακολουθεί να κατευθύνεται στα σιτηρά, στη ζάχαρη, στα γαλακτοκομικά προϊόντα, στο βόειο κρέας και στις ελαιούχες καλλιέργειες που χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφές.

Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature εκτίμησε ότι το 80% της ευρωπαϊκής στήριξης προς τους αγρότες κατευθύνεται άμεσα στην κτηνοτροφία ή στην παραγωγή ζωοτροφών.

Κατά τον κ. Λαμπόρντ, ο τρόπος με τον οποίο χορηγούνται οι εκταρικές ενισχύσεις της ΚΑΠ έχει καταστήσει λιγότερο ελκυστική για τους παραγωγούς την καλλιέργεια λαχανικών που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση, σε σύγκριση με άλλες καλλιέργειες.

Ο FAO εισηγείται την ανακατανομή μέρους των ενισχύσεων προς την παραγωγή φρούτων και λαχανικών, αλλά και την αύξηση των επενδύσεων στην καινοτομία, με στόχο τη μείωση του κόστους χειρωνακτικής εργασίας που απαιτούν οι συγκεκριμένες καλλιέργειες.

Στις προτάσεις περιλαμβάνονται επίσης η μείωση της σπατάλης τροφίμων, η στήριξη εισροών όπως τα λιπάσματα και η ενίσχυση της διαφάνειας στη διαμόρφωση των τιμών σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα.

Στο επίκεντρο η νέα ΚΑΠ

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε πρόσφατα το σχέδιο δράσης για τις πρωτεΐνες, το οποίο επικεντρώνεται κυρίως στη μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από εισαγόμενες ζωοτροφές, ενώ περιλαμβάνει και στόχους για την ενίσχυση της παραγωγής οσπρίων που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση.

Ωστόσο, η διάθεση ουσιαστικής χρηματοδότησης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις διαπραγματεύσεις για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική της περιόδου 2028-2034.

Καθώς οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και οι νομοθέτες προετοιμάζονται για τις σχετικές συζητήσεις, ο κ. Λαμπόρντ υποστήριξε ότι απαιτείται απομάκρυνση από τις παραδοσιακές προσεγγίσεις και αναζήτηση πιο καινοτόμων λύσεων.

«Υπάρχει μια μεγάλη επίδραση από το παρελθόν», σημείωσε, εξηγώντας ότι οι παραγωγοί σιτηρών και ζωοτροφών διαθέτουν ήδη σταθερές εφοδιαστικές αλυσίδες και εξασφαλισμένους αγοραστές.

«Η Ευρώπη σχεδίασε τις αγροτικές επιδοτήσεις της για ιστορικούς λόγους, οι οποίοι ήταν πολύ διαφορετικοί από την ανάγκη να εξασφαλίσει μεγάλες ποσότητες φρούτων και λαχανικών για τον πληθυσμό της», πρόσθεσε.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν σχολίασε τα ευρήματα της έκθεσης. Εκπρόσωπός της ανέφερε, πάντως, σε γραπτή δήλωση ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία δεν έχει πρόθεση να καθορίζει τι θα πρέπει να καταναλώνουν οι πολίτες.

Σε ό,τι αφορά το σχέδιο δράσης για τις πρωτεΐνες, ο ίδιος εκπρόσωπος επισήμανε ότι περιλαμβάνει μέτρα που στοχεύουν στη ζήτηση και στην καλύτερη ενημέρωση των καταναλωτών, όπως η αναγραφή της προέλευσης, η χρήση κριτηρίων βιωσιμότητας στις δημόσιες προμήθειες και οι εκστρατείες ενημέρωσης για τα οφέλη των οσπρίων.