Η στρατηγική αντιπαράθεση σε μια εύθραυστη περιοχή του κόσμου καταλήγει να επηρεάζει τον προγραμματισμό της επόμενης καλλιεργητικής περιόδου στην Ευρώπη
Οι αγορές κινούνται νευρικά όταν η γεωπολιτική μυρίζει μπαρούτι, και τις τελευταίες ημέρες το άρωμα αυτό έχει γίνει πιο έντονο. Οι αυξημένες ανησυχίες για πιθανή στρατιωτική εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή προκάλεσαν αναταράξεις στα χρηματιστήρια, μετατόπισαν κεφάλαια προς ασφαλή καταφύγια και έδωσαν νέα ώθηση στην ενέργεια, την ώρα που η Ευρώπη παρακολουθεί με ανησυχία μια παράλληλη κρίση στις αγορές λιπασμάτων.
Η πρώτη αντίδραση εκδηλώθηκε στην ενέργεια. Το αμερικανικό αργό πετρέλαιο ενισχύθηκε κατά 2,06 τοις εκατό στα 66,53 δολάρια και το Brent κατά 1,79 τοις εκατό στα 71,58, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη ημερήσια άνοδο από τον Οκτώβριο. Οι αγορές τιμολογούν τον κίνδυνο διαταραχής σε μια περιοχή που παράγει περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου πετρελαίου, ενώ οι επενδυτές τοποθετούνται επιθετικά σε παράγωγα που προεξοφλούν περαιτέρω άνοδο των τιμών.
Το δολάριο κινήθηκε υψηλότερα και οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων κατέγραψαν ήπια άνοδο, ένδειξη ότι οι επενδυτές αναζητούν ασφάλεια αλλά δεν αποκλείουν πληθωριστικές πιέσεις από την ενέργεια. Στη Wall Street, ο Dow Jones υποχώρησε στις 49.542 μονάδες, ο S&P 500 στις 6.868 και ο Nasdaq στις 22.712, καθώς ο γεωπολιτικός κίνδυνος σκιάζει τα θεμελιώδη μεγέθη. Ο χρυσός ξεπέρασε τα 5.000 δολάρια, επιβεβαιώνοντας ότι η αγορά αντιλαμβάνεται την κλιμάκωση ως συστημική απειλή.
Στο υπόβαθρο αυτών των κινήσεων βρίσκεται η ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στην περιοχή και οι ασκήσεις του Ιράν στα Στενά του Χορμούζ, που περιορίζουν το περιθώριο διπλωματικής εκτόνωσης. Η ενεργειακή αστάθεια μετατρέπεται γρήγορα σε ευρύτερο οικονομικό ρίσκο.
Και αυτό το ρίσκο δεν σταματά στις αγορές καυσίμων. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων εξαρτάται άμεσα από την ενέργεια, και η Ευρώπη βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με έντονη πίεση. Τον Ιανουάριο του 2026 οι εισαγωγές αζωτούχων λιπασμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση περιορίστηκαν σε 179.877 τόνους, έναντι 1.183.728 τόνων έναν χρόνο πριν, δηλαδή λιγότερο από το 16 τοις εκατό του συνήθους επιπέδου. Η συρρίκνωση αυτή, που συνδέεται με την εφαρμογή του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα, δεν αποτελεί πλέον θεωρητική ανησυχία.
Τον Ιανουάριο του 2026 οι εσωτερικές τιμές λιπασμάτων ήταν κατά 25 τοις εκατό υψηλότερες από τον μέσο όρο του 2024, ενώ τα λιπάσματα αντιπροσωπεύουν 15 έως 30 τοις εκατό του συνολικού κόστους εισροών στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις. Τα αποθέματα καλύπτουν μόλις 45 έως 50 τοις εκατό των αναγκών για τη συγκομιδή του 2026, με ορισμένα κράτη μέλη να βρίσκονται σε ακόμη δυσκολότερη θέση.
Οι στρατιωτικές κινήσεις στον Περσικό Κόλπο αποτελούν τον πρώτο κρίκο μιας αλυσίδας που ξεκινά από τις διεθνείς αγορές ενέργειας, περνά μέσα από την άνοδο του πετρελαίου και φτάνει έως το κόστος των λιπασμάτων, μετατρέποντας τη γεωπολιτική ένταση σε άμεση πίεση για την ευρωπαϊκή επισιτιστική ασφάλεια. Αυτό που αρχίζει ως στρατηγική αντιπαράθεση σε μια εύθραυστη γωνιά του πλανήτη καταλήγει να επηρεάζει απτά τον προγραμματισμό της επόμενης καλλιεργητικής περιόδου στην Ευρώπη.