Η πληρωμή του Μαΐου δεν κατέγραψε απλώς μια απόκλιση ανάμεσα σε όσα είχαν ανακοινωθεί και σε όσα τελικά πιστώθηκαν στους λογαριασμούς των παραγωγών. Κατέγραψε κάτι βαθύτερο. Τη στιγμή κατά την οποία ένα σύστημα αγροτικών ενισχύσεων, χτισμένο επί χρόνια πάνω σε καθυστερήσεις, αδύναμους ελέγχους, διοικητικές ασάφειες και πολιτικές αναβολές, ήρθε αντιμέτωπο με την πραγματικότητα των διασταυρώσεων. Για τον αγροτικό κόσμο, το αποτέλεσμα μεταφράζεται σε λιγότερη ρευστότητα. Για τη διοίκηση, όμως, αποτελεί την πρώτη καθαρή απόδειξη ότι το πρόβλημα δεν γεννήθηκε στην τελευταία πληρωμή. Κληρονομήθηκε.
Από τα 297 εκατ. ευρώ που είχαν παρουσιαστεί ως προγραμματισμένες πληρωμές για τον Μάιο, κυρίως για οικολογικά σχήματα και εκκρεμότητες, το καθαρό ποσό που τελικά έφθασε στους λογαριασμούς των παραγωγών διαμορφώθηκε στα 179,93 εκατ. ευρώ. Η ΑΑΔΕ ενέκρινε αρχικά 184,95 εκατ. ευρώ για 163.663 δικαιούχους, όμως οι συμψηφισμοί για οφειλές παλαιότερων ετών, ύψους 5,02 εκατ. ευρώ, περιόρισαν το τελικό ποσό που πιστώθηκε σε 158.883 παραγωγούς.
Η απόκλιση είναι μεγάλη όμως το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα δεν πληρώθηκαν, είναι γιατί δεν πληρώθηκαν. Η ΑΑΔΕ, μπαίνοντας πλέον στον πυρήνα των αγροτικών πληρωμών, δεν λειτουργεί ως απλός μηχανισμός εκταμίευσης. Λειτουργεί ως μηχανισμός διασταύρωσης, ελέγχου και δημοσιονομικής προστασίας. Με αυτή τη λογική, ποσά που δεν μπορούσαν να τεκμηριωθούν δεν προχώρησαν προς καταβολή, ενώ ενισχύσεις ύψους 55,5 εκατ. ευρώ έμειναν εκτός πληρωμής λόγω ευρημάτων από ψηφιακούς και διασταυρωτικούς ελέγχους.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Η ΑΑΔΕ σήμερα δέχεται την πίεση μιας δύσκολης πληρωμής, στην πραγματικότητα όμως αναδεικνύει το πρόβλημα που παρέλαβε. Αν ένας ανεξάρτητος, ψηφιακός και τεχνοκρατικός μηχανισμός είχε ενσωματωθεί από την αρχή στο σύστημα των αγροτικών ενισχύσεων, με πρόσβαση σε φορολογικά δεδομένα, myDATA, ΑΦΜ, παραστατικά, γεωχωρικά στοιχεία και πραγματικό χρόνο ελέγχου, η σημερινή κρίση εμπιστοσύνης πιθανότατα δεν θα είχε λάβει αυτή την έκταση.
Το Agrocapital είχε θέσει το ζήτημα ήδη από τον Δεκέμβριο του 2022, στο άρθρο με τίτλο «Αγροτικές επιδοτήσεις, πώς μια Ανεξάρτητη Αρχή θα έλυνε το πρόβλημα». Τότε η συζήτηση αφορούσε την ανάγκη για έναν φορέα που θα μπορούσε να διασφαλίσει ότι ο παραγωγός γνωρίζει τι πληρώνεται, πότε πληρώνεται και με ποια κριτήρια πληρώνεται. Σήμερα, η ίδια θέση δεν μοιάζει απλώς με πρόταση μεταρρύθμισης, αλλά με καθυστερημένη θεσμική αναγκαιότητα.
Η εικόνα των βιολογικών προγραμμάτων ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτό το συμπέρασμα. Το ίδιο το ΥΠΑΑΤ ανακοίνωσε την ακύρωση των δράσεων βιολογικής κτηνοτροφίας και βιολογικής μελισσοκομίας, μετά τους ελέγχους που ανέδειξαν υψηλά ποσοστά αποχωρήσεων και μη συμμόρφωσης. Σύμφωνα με το υπουργείο, περισσότεροι από τους μισούς ελεγχθέντες είτε αποχώρησαν είτε εμφάνισαν ευρήματα, ενώ στη βιολογική μελισσοκομία οι αιτήσεις είχαν υπερκαλύψει τον προϋπολογισμό κατά 874%, ένδειξη ότι η εικόνα που δηλωνόταν δεν μπορούσε να θεωρηθεί αυτονόητα συμβατή με την πραγματική παραγωγική βάση.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το πρόβλημα δεν περιοριζόταν σε μια αστοχία της στιγμής αλλά ήταν το αποτέλεσμα μιας διαρθρωτικής αδυναμίας, που επί χρόνια παρέμενε κάτω από την επιφάνεια των πληρωμών. Οι προηγούμενες πολιτικές ηγεσίες του ΥΠΑΑΤ και ο τρόπος με τον οποίο οργανώθηκε ο μηχανισμός των ενισχύσεων άφησαν πίσω τους ένα σύστημα που δυσκολευόταν να εγγυηθεί ταχύτητα, διαφάνεια και ακρίβεια. Οι υποθέσεις που εξακολουθούν να απασχολούν τις ελεγκτικές και εισαγγελικές αρχές επιβεβαιώνουν ότι η χώρα δεν είχε πρόβλημα μόνο καθυστερήσεων, αλλά και αξιοπιστίας.
Για τους αγρότες, η διαφορά ανάμεσα στις ανακοινώσεις και στα χρήματα που τελικά μπήκαν στους λογαριασμούς δεν αποτυπώνεται σε έναν απλό πίνακα πληρωμών. Αποτυπώνεται στην καθημερινή ρευστότητα της εκμετάλλευσης, στις ζωοτροφές, στα καύσιμα, στα εργατικά, στις υποχρεώσεις που τρέχουν και στις αποφάσεις για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο. Όμως η απάντηση δεν μπορεί να είναι η επιστροφή σε ένα σύστημα που πλήρωνε πρώτα και έλεγχε αργότερα. Η απάντηση είναι ένας μηχανισμός που θα πληρώνει γρήγορα, καθαρά και με ευθύνη.
Η πληρωμή του Μαΐου δείχνει ότι το παλιό μοντέλο τελείωσε αν η ΑΑΔΕ είχε μπει από την αρχή στο σύστημα των ενισχύσεων, η χώρα πιθανότατα δεν θα βρισκόταν σήμερα αντιμέτωπη με τόσο βαριές εκκρεμότητες, τόση καχυποψία και τόσες υποθέσεις που να καταλήγουν στη Δικαιοσύνη.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις