Τα μπλόκα το Μαξίμου και ποιοι πάνε, ποιοι απέχουν και γιατί ο διάλογος της Τρίτης δοκιμάζεται πριν καν αρχίσει
Η δυσπιστία που καταγράφεται σήμερα στα αγροτικά μπλόκα δεν γεννήθηκε τις τελευταίες εβδομάδες. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου κατά την οποία κρίσιμα ζητήματα παρέμειναν ανοικτά, χωρίς σαφή ορίζοντα επίλυσης. Το κόστος παραγωγής, η ανασύνταξη του ζωικού κεφαλαίου, η λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και οι διεθνείς εξελίξεις, με αιχμή τη συζήτηση για τη συμφωνία Mercosur, συγκροτούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο οι αγρότες δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να δουν προοπτική.
Σύμφωνα με συνομιλητές των κινητοποιήσεων, το βασικό πρόβλημα δεν είναι η απουσία επαφής με την κυβέρνηση, αλλά η αίσθηση ότι ο διάλογος δεν αγγίζει το σύνολο των πραγματικών αγωνιών. Η αύξηση του κόστους ενέργειας και εφοδίων, οι καθυστερήσεις και οι έλεγχοι στις ενισχύσεις, καθώς και η αβεβαιότητα για το πώς θα διαμορφωθεί η επόμενη ημέρα της ελληνικής παραγωγής, λειτουργούν σωρευτικά.
Σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση επέλεξε από νωρίς να ανοίξει τον δίαυλο επικοινωνίας. Η δημόσια πρόσκληση διατυπώθηκε στις 6 Δεκεμβρίου, από το Μαρκόπουλο, με τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να δηλώνει έτοιμος για συνάντηση, υπό την προϋπόθεση σαφούς εκπροσώπησης και συγκεκριμένων αιτημάτων. Το μήνυμα ήταν ότι ο διάλογος μπορεί να αποδώσει μόνο εφόσον υπάρχει δομή και κοινό έδαφος.
Σαράντα ημέρες αργότερα, η απόσταση παραμένει. Κυβερνητικές πηγές υποστηρίζουν ότι στο εσωτερικό των μπλόκων παρατηρείται διαφοροποίηση στρατηγικής, με μέρος των εκπροσώπων να μετακινείται από την αναζήτηση λύσεων σε επιλογές που δυσχεραίνουν τη συνεννόηση. Από την πλευρά των αγροτών, η ανάγνωση είναι διαφορετική. Η καθυστέρηση απαντήσεων σε κρίσιμα ζητήματα και η αίσθηση ότι παλαιότερα προβλήματα επανέρχονται με νέο κόστος, ενισχύουν την επιφυλακτικότητα.
Η τελευταία πρόσκληση για συνάντηση διατυπώθηκε χθες το απόγευμα, με πρόβλεψη ακόμη και για δύο διαδοχικά ραντεβού με τον Πρωθυπουργό, μετά από αίτημα για διακριτή εκπροσώπηση γεωργών και κτηνοτρόφων. Από την αρχή είχε τεθεί όριο 20 εκπροσώπων ανά συνάντηση, το οποίο αυξήθηκε τελικά σε 25, χωρίς όμως να αρθεί το αδιέξοδο.
Στο οικονομικό σκέλος, η κυβέρνηση επικαλείται την ολοκλήρωση πληρωμών ύψους 3,8 δισ. ευρώ, μετά από ευρωπαϊκή έγκριση, καθώς και πρωτοβουλίες που, κατά την κυβερνητική εκτίμηση, καλύπτουν μεγάλο μέρος των αιτημάτων. Παράλληλα, έχει τεθεί στο τραπέζι η πρόταση για Διακομματική Επιτροπή της Βουλής με αντικείμενο τη χάραξη εθνικού πλαισίου για τον πρωτογενή τομέα.
Ποια μπλόκα απέχουν Μέχρι αργά το βράδυ της Δευτέρας, την αποχή από το ραντεβού δήλωσαν τα μπλόκα της Νίκαιας (Λάρισα), της Καρδίτσας (Ε65), της Κρήτης, της Σιάτιστας, της Μεσσηνίας, του Αγγελόκαστρου (Αιτωλοακαρνανία) και της Εγλυκάδας (Πάτρα). Κοινός παρονομαστής στις ανακοινώσεις τους είναι η εκτίμηση ότι, με δεδομένα περίπου 60 ενεργά μπλόκα πανελλαδικά, η σύνθεση που προτείνεται «δεν επιτρέπει ουσιαστική συζήτηση των διαρθρωτικών ζητημάτων του πρωτογενούς τομέα».
Στην Καρδίτσα, αγρότες και κτηνοτρόφοι από τον άξονα του Ε65 έκαναν λόγο για «προσχηματικό διάλογο», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο μεγάλης κινητοποίησης στην Αθήνα με τρακτέρ. Στη Δυτική Μακεδονία, το μπλόκο της Σιάτιστας ανακοίνωσε κλείσιμο της Εγνατίας Οδού από τις 12:00, χαρακτηρίζοντας τη διαδικασία «ασύμβατη με την ίδια την απαίτηση της κυβέρνησης για πανελλαδική εκπροσώπηση».
Ιδιαίτερη βαρύτητα απέκτησε η στάση της Κρήτης. Η Παγκρήτια Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα αποφάσισε αποχή, επικαλούμενη τόσο τη σύνθεση της επιτροπής όσο και την εσωτερική ένταση που προηγήθηκε. Συνδικαλιστές του νησιού μίλησαν για «απαξιωτική συμπεριφορά» από μέλη της πανελλαδικής δομής, οδηγώντας σε πλήρη ρήξη με αυτήν.
Ποιοι πηγαίνουν στο Μαξίμου Παρά τις αποχωρήσεις, το ραντεβού των 15:00 δεν ακυρώνεται. Μπλόκα από τη Θεσσαλονίκη και τις Σέρρες, που διαφοροποιούνται από την Πανελλαδική Επιτροπή, επιβεβαίωσαν ότι θα συμμετάσχουν στη ξεχωριστή συνάντηση με τον Πρωθυπουργό. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για το μπλόκ των Πράσινων Φαναριών, οι οποίοι δηλώνουν ότι προσέρχονται «με συγκεκριμένες προτάσεις και σχέδιο».
Την ίδια ώρα, στο μπλόκο του Προμαχώνα ανακοινώθηκε επ’ αόριστον αποκλεισμός του μεθοριακού σταθμού για φορτηγά από τις 12:00, με προειδοποίηση ότι θα ακολουθήσουν αιφνιδιαστικοί περιορισμοί και για τα ΙΧ. Το μήνυμα είναι σαφές: η συμμετοχή ή μη στον διάλογο δεν συνεπάγεται αποκλιμάκωση.
Ωστόσο, στα μπλόκα το ερώτημα παραμένει πιο σύνθετο.δεν αφορά μόνο τις τρέχουσες πληρωμές ή μια μεμονωμένη συνάντηση, αλλά το αν υπάρχει σαφής απάντηση για το πώς θα σταθεί η ελληνική γεωργία τα επόμενα χρόνια, μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους, αυστηρότερων ελέγχων και εντεινόμενου διεθνούς ανταγωνισμού.
Η κυβέρνηση κρατά χαμηλούς τόνους, επιμένοντας ότι ο διάλογος «δεν μπορεί να διεξαχθεί με τελεσίγραφα» και προβάλλοντας ως κίνηση καλής θέλησης την αποδοχή δύο διακριτών συναντήσεων αντί μίας ενιαίας. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σήμερα το πρωί Παύλος Μαρινάκης τόνισε ότι η παρουσία περιορισμένου αριθμού εκπροσώπων είναι προϋπόθεση για «παραγωγική συζήτηση», ενώ ο Κωστής Χατζηδάκης κάλεσε σε «κοινή πίστη και λογική», απορρίπτοντας αιτιάσεις περί διάσπασης.
Στον αντίποδα, εκπρόσωποι των μπλόκων επιμένουν ότι η αντιπροσωπευτικότητα είναι αδιαπραγμάτευτη. Ο Ρίζος Μαρούδας υπογράμμισε ότι η αρχική συμφωνία για δύο επιτροπές «αναιρέθηκε», ενώ από την πλευρά των διαφοροποιούμενων μπλόκων, ο Δημήτρης Τσιλιάς σημείωσε ότι η Πανελλαδική Επιτροπή «δεν είναι θεσμοθετημένο όργανο», θέση που αμφισβητήθηκε δημόσια από άλλους συνδικαλιστές.
Η πολιτική αντιπαράθεση εντείνεται και σε κοινοβουλευτικό επίπεδο. ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., ΚΚΕ και άλλα κόμματα τοποθετούνται με φόντο, μεταξύ άλλων, τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur, την οποία αρκετοί αγροτικοί φορείς θεωρούν επιβαρυντική για την εγχώρια παραγωγή. Η κυβέρνηση απαντά ότι οι ευρωβουλευτές της στήριξαν πλαίσιο προστασίας, απορρίπτοντας τις κατηγορίες περί υπονόμευσης του πρωτογενούς τομέα.
Πέρα από τους αριθμούς και τις συνθέσεις, η συνάντηση της 13ης Ιανουαρίου αποτυπώνει μια κρίσιμη ισορροπία, την προσπάθεια της κυβέρνησης να οργανώσει έναν λειτουργικό διάλογο, απέναντι σε ένα αγροτικό σώμα που ζητά βεβαιότητες σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητα. Από την άλλη, σημαντικό τμήμα του αγροτικού κόσμου θεωρεί ότι χωρίς ευρεία εκπροσώπηση ο διάλογος αποδυναμώνεται εκ των προτέρων. Το αποτέλεσμα είτε με πλήρη συμμετοχή είτε με παράλληλες κινητοποιήσεις θα καθορίσει αν το επόμενο βήμα θα είναι διαπραγμάτευση επί της ουσίας ή νέα κλιμάκωση στους δρόμους.