Η κυβέρνηση επανέρχεται στον διάλογο με τους αγρότες, έχοντας κερδίσει χρόνο και επικοινωνιακό έδαφο
Στην πολιτική, τα πρώτα ρήγματα δεν εμφανίζονται εκεί όπου υψώνονται τα μεγάλα συνθήματα, αλλά εκεί όπου δοκιμάζεται η συνοχή. Και σε αυτή τη φάση της αγροτικής κινητοποίησης, το πρώτο «κάστρο» έπεσε αθόρυβα έπεσε στο σημείο όπου πήγαν πρώτοι αγρότες, ανοίγοντας έναν διάδρομο επικοινωνίας χωρίς σαφές αντάλλαγμα. Όχι επειδή είχαν λιγότερα αιτήματα, αλλά επειδή το βάρος του χρόνου και της αβεβαιότητας λειτουργεί πάντα υπέρ εκείνου που περιμένει.
Από εκεί και πέρα, το παιχνίδι μεταφέρθηκε στο γνώριμο πολιτικό πεδίο των εντυπώσεων. Η κυβέρνηση αξιοποίησε το ρήγμα για να ανακτήσει πρωτοβουλία κινήσεων, εμφανιζόμενη ως δύναμη διαλόγου και σταθερότητας. Οι αγρότες, αντίθετα, βρέθηκαν αντιμέτωποι με το διαχρονικό δίλημμα συνέχιση της πίεσης με κόστος ή συμμετοχή σε έναν διάλογο του οποίου οι όροι δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, το νέο κάλεσμα από το Μέγαρο Μαξίμου δεν είναι απλώς μια πρόσκληση. Είναι μια κίνηση που κεφαλαιοποιεί την προηγούμενη εξέλιξη και μεταφέρει την πίεση στην άλλη πλευρά. Και αν τελικά υπάρξει συνάντηση με τον Κυριάκος Μητσοτάκης, το διακύβευμα δεν θα είναι μόνο τα μέτρα ή οι δεσμεύσεις, αλλά το ποιος θα έχει καταφέρει να φτάσει εκεί χωρίς να έχει ήδη χάσει έδαφος.
Γιατί στις πολιτικές συγκρούσεις, όπως και στις πολιορκίες, η έκβαση σπάνια κρίνεται στην τελική μάχη. Κρίνεται τη στιγμή που πέφτει το πρώτο κάστρο και τότε η ισορροπία αλλάζει, ακόμη κι αν δεν το παραδέχεται κανείς δημόσια.
Η κυβέρνηση επιστρέφει στο τραπέζι του διαλόγου με τους αγρότες έχοντας, προς το παρόν, κερδίσει κάτι κρίσιμο χρόνο και επικοινωνιακή ανάσα. Μετά τη δυσάρεστη τροπή που πήρε η προηγούμενη προσπάθεια συνεννόησης, το Μέγαρο Μαξίμου εμφανίζεται εκ νέου διατεθειμένο να συνομιλήσει, σε μια συγκυρία όπου η πολιτική φθορά δεν έχει ακόμη παγιωθεί και η δημόσια συζήτηση παραμένει ρευστή.
Το νέο κάλεσμα προς τους εκπροσώπους των μπλόκων γίνεται με πιο προσεκτική διατύπωση, αλλά με έναν γνώριμο όρο να προηγηθεί η αποκλιμάκωση των κινητοποιήσεων. Ένας όρος που λειτουργεί διττά. Από τη μία πλευρά, επιτρέπει στην κυβέρνηση να εκπέμψει εικόνα θεσμικής ευθύνης και διάθεσης συνεννόησης. Από την άλλη, μεταφέρει το βάρος της απόφασης στους αγρότες, οι οποίοι καλούνται να επιλέξουν αν θα ρισκάρουν τη δυναμική των κινητοποιήσεων χωρίς σαφείς εγγυήσεις.
Στο επικοινωνιακό πεδίο, πάντως, η κυβέρνηση δείχνει να βγαίνει πιο κερδισμένη. Η πρωτοβουλία κινήσεων, έστω και περιορισμένη, της επιτρέπει να διαμορφώνει το πλαίσιο της συζήτησης και να εμφανίζεται ως η πλευρά που «κρατά ανοιχτή την πόρτα». Αντίθετα, οι αγρότες βρίσκονται μπροστά στο γνώριμο δίλημμα: συνέχιση της πίεσης με κίνδυνο κοινωνικής κόπωσης ή συμμετοχή σε έναν διάλογο που ακόμη δεν έχει περιγράψει το περιεχόμενό του.
Στο παρασκήνιο, κυβερνητικές πηγές αφήνουν να εννοηθεί ότι εξετάζονται στοχευμένες παρεμβάσεις μικρές, μετρημένες κινήσεις που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως σήμα καλής θέλησης, χωρίς να ανοίξουν δημοσιονομικά μέτωπα. Όχι λύσεις που αλλάζουν το τοπίο, αλλά κινήσεις που διευκολύνουν μια συνάντηση χωρίς υψηλό πολιτικό ρίσκο για καμία πλευρά.
Για το Μέγαρο Μαξίμου, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η ουσία της διαπραγμάτευσης, αλλά και η διαχείριση της εικόνας. Μια συνάντηση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, εφόσον πραγματοποιηθεί, πρέπει να δείχνει αποτέλεσμα, όχι ανάγκη. Και αυτό προϋποθέτει προσεκτικό συγχρονισμό, χαμηλούς τόνους και σαφή έλεγχο.
Οι επόμενες ώρες θα δείξουν αν μπορεί να βρεθεί κοινός τόπος. Προς το παρόν, στο παιχνίδι των εντυπώσεων, η κυβέρνηση δείχνει να έχει σταθεί πιο τυχερή. Το ερώτημα είναι αν αυτή η τύχη θα μετατραπεί σε ουσιαστική συνεννόηση ή αν απλώς θα παρατείνει μια εκκρεμότητα που αργά ή γρήγορα θα επιστρέψει στο προσκήνιο με μεγαλύτερη ένταση.