Ζάχαρη: Πώς η συμφωνία ΕΕ–Mercosur μεταφράζεται σε ποσοστώσεις και διύλιση

Ζάχαρη χωρίς δασμούς, όχι χωρίς όρια η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική της συμφωνίας

Η πρόσφατη ολοκλήρωση της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκή Ένωση και της Mercosur προσθέτει ένα ακόμη, προσεκτικά ρυθμισμένο κεφάλαιο στην ευρωπαϊκή πολιτική εμπορίου αγροτικών προϊόντων, αυτή τη φορά με επίκεντρο τη ζάχαρη. Στον πυρήνα της συμφωνίας βρίσκεται η δυνατότητα εισαγωγής ακατέργαστης ζάχαρης από χώρες της Νότιας Αμερικής, με αυστηρά καθορισμένα ποσοτικά όρια και χωρίς επιβολή δασμών, υπό την προϋπόθεση ότι το προϊόν θα οδηγηθεί σε διύλιση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με τους όρους που συμφωνήθηκαν, η Βραζιλία αποκτά πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά με ανώτατο όριο 180.000 τόνων ακατέργαστης ζάχαρης από ζαχαροκάλαμο, ενώ η Παραγουάη μπορεί να εξάγει έως 10.000 τόνους ετησίως. Και στις δύο περιπτώσεις, η ζάχαρη εισέρχεται αδασμολόγητα, αποκλειστικά για σκοπούς διύλισης, στοιχείο που διαφοροποιεί ουσιαστικά τη ρύθμιση από μια γενικευμένη απελευθέρωση της αγοράς.

Η επιλογή του συγκεκριμένου μηχανισμού δεν είναι τυχαία. Η ευρωπαϊκή αγορά ζάχαρης παραμένει ένα από τα πιο ευαίσθητα τμήματα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, ιδίως μετά την κατάργηση των ποσοστώσεων το 2017, όταν η ΕΕ επέλεξε να μεταβεί σε ένα πιο ανοικτό, αλλά ταυτόχρονα προσεκτικά εποπτευόμενο πλαίσιο. Η εισαγωγή ακατέργαστης ζάχαρης για διύλιση, αντί τελικού προϊόντος, επιτρέπει στις ευρωπαϊκές βιομηχανίες να διατηρούν ρόλο-κλειδί στην αλυσίδα αξίας, περιορίζοντας παράλληλα τον άμεσο ανταγωνισμό προς τους παραγωγούς ζαχαρότευτλων.

Για τη Βραζιλία, τον μεγαλύτερο εξαγωγέα ζάχαρης παγκοσμίως, η συμφωνία προσφέρει μια στοχευμένη αλλά πολιτικά σημαντική δίοδο προς την ευρωπαϊκή αγορά. Αν και οι 180.000 τόνοι αντιστοιχούν σε μικρό ποσοστό της συνολικής βραζιλιάνικης παραγωγής, η πρόσβαση αυτή έχει χαρακτήρα στρατηγικού προηγουμένου, ενισχύοντας τη θέση της χώρας στις εμπορικές σχέσεις με τις Βρυξέλλες. Για την Παραγουάη, η ρύθμιση λειτουργεί περισσότερο ως αναπτυξιακό εργαλείο, προσφέροντας σταθερότητα και προβλεψιμότητα σε έναν μικρότερο αλλά εξωστρεφή κλάδο.

Στην ευρωπαϊκή πλευρά, η συμφωνία αποτυπώνει τη διαρκή προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στο άνοιγμα των αγορών και στην προστασία της εσωτερικής παραγωγής. Οι ευρωπαϊκές μονάδες διύλισης αποκτούν πρόσβαση σε πρώτη ύλη με ανταγωνιστικό κόστος, ενώ το καθεστώς ποσοστώσεων λειτουργεί ως «βαλβίδα ασφαλείας» για τις αγορές ζαχαρότευτλων, ιδίως σε χώρες με έντονη παραγωγική βάση όπως η Γαλλία και η Γερμανία.

Σε ευρύτερο επίπεδο, η ρύθμιση για τη ζάχαρη εντάσσεται σε μια συμφωνία που υπερβαίνει κατά πολύ το συγκεκριμένο προϊόν. Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur επανακαθορίζει τις εμπορικές σχέσεις δύο μεγάλων οικονομικών μπλοκ, συνδυάζοντας ποσοστώσεις, τεχνικούς κανόνες, ρήτρες βιωσιμότητας και μηχανισμούς συμμόρφωσης. Η ζάχαρη, αν και ποσοτικά περιορισμένη, λειτουργεί ως ενδεικτικό παράδειγμα της φιλοσοφίας της συμφωνίας: ελεγχόμενο άνοιγμα, με σαφή όρια και θεσμική εποπτεία.

Στην πράξη, η ρύθμιση για τη ζάχαρη φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να επανασχεδιάσει το εμπορικό της αποτύπωμα: όχι μέσω γενικευμένων ανοιγμάτων, αλλά με στοχευμένες ποσοστώσεις, συγκεκριμένες χρήσεις και σαφώς οριοθετημένες αλυσίδες αξίας. Η εισαγωγή ακατέργαστης ζάχαρης για διύλιση, και όχι έτοιμου προϊόντος, αποτυπώνει μια επιλογή που μεταφέρει το βάρος από τον όγκο στο πλαίσιο εφαρμογής. Η ουσία της συμφωνίας μετακινείται διακριτικά από το «πόσο» στο «πώς» από την ποσότητα στη διαδικασία, και από την αγορά στον κανόνα.