Πώς μια απόφαση στις Βρυξέλλες μπορεί να ρίξει τις τιμές των λιπασμάτων

CBAM και λιπάσματα: Πώς μια απόφαση στις Βρυξέλλες μπορεί να ρίξει το κόστος στο χωράφι

Στους διαδρόμους των Βρυξελλών, μια συζήτηση που μέχρι πρόσφατα έμενε κλεισμένη σε τεχνικά έγγραφα, πίνακες εκπομπών και ρυθμιστικές λεπτομέρειες άρχισε να βγαίνει από τα γραφεία και να αγγίζει την πραγματική οικονομία. Το ενδεχόμενο προσωρινού παγώματος του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) στα λιπάσματα δεν αφορά πλέον μόνο τους εισαγωγείς αμμωνίας ή τις βιομηχανίες παραγωγής.

Αφορά και τον αγρότη στο χωράφι όχι όμως θεωρητικά, αλλά μέσα από την τελική τιμή του λιπάσματος που αγοράζει πριν από τη σπορά ή τη λίπανση. Αν το κόστος άνθρακα «παγώσει», το κόστος εισαγωγής μειώνεται και όταν το κόστος εισαγωγής μειώνεται, η πίεση στις τιμές μπορεί να χαλαρώσει.

Με απλά λόγια, αυτό που συζητείται σήμερα στις Βρυξέλλες δεν είναι ένα ακόμη περιβαλλοντικό μέτρο, αλλά το αν και πόσο φθηνότερα μπορεί να φτάσει το λίπασμα στην ευρωπαϊκή αγορά. Και αυτό είναι ένα ερώτημα που αφορά άμεσα κάθε αγρότη που μετράει το κόστος του στρέμματος πριν ξεκινήσει τη χρονιά.

Σύμφωνα με ανάλυση της αγοράς, οι εισαγωγείς αμμωνίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσαν να εξοικονομήσουν σχεδόν 180 εκατ. δολάρια το 2026, εφόσον εφαρμοστεί το σενάριο αναστολής της επιβάρυνσης CBAM. Ήδη, όπως αναφέρουν παράγοντες της αγοράς, η συζήτηση αυτή προκάλεσε ανεπαίσθητη επιβράδυνση της ζήτησης εισαγωγών αμμωνίας στα μέσα Ιανουαρίου  όχι επειδή μειώθηκαν οι ανάγκες, αλλά επειδή το κόστος και κυρίως η αβεβαιότητα γύρω από αυτό άρχισαν να επαναξιολογούνται.

Η εκτίμηση των 180 εκατ. δολαρίων βασίζεται στα επίσημα προεπιλεγμένα στοιχεία εκπομπών που έχει δημοσιεύσει η ΕΕ και στην υπόθεση ότι οι όγκοι εισαγωγών του 2026 θα κινηθούν κοντά στα επίπεδα του 2025, όταν η Ένωση εισήγαγε περίπου 2,47 εκατ. μετρικούς τόνους αμμωνίας. Πρόκειται για έναν όγκο που καθιστά την Ευρώπη εξαρτώμενη από τρίτες χώρες, αλλά ταυτόχρονα ευάλωτη στις λεπτομέρειες της κλιματικής ρύθμισης.

Στον πυρήνα του υπολογισμού βρίσκεται η «γκρίζα αμμωνία», δηλαδή η αμμωνία που παράγεται από φυσικό αέριο χωρίς συστήματα δέσμευσης άνθρακα. Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, οι μέσες σταθμισμένες εκπομπές των εισαγωγών του 2025 διαμορφώθηκαν σε 2,38 τόνους ισοδύναμου CO₂ ανά τόνο αμμωνίας. Το επιτρεπόμενο όριο της ΕΕ για το 2026 έχει τεθεί στους 1,48 τόνους CO₂, αφήνοντας 0,894 τόνους CO₂ ανά τόνο ως βάση υπολογισμού για επιβάρυνση μέσω CBAM.

Εάν το καθεστώς εφαρμοζόταν πλήρως και οι εισαγωγές διατηρούσαν παρόμοια γεωγραφική κατανομή, οι εισαγωγείς θα όφειλαν να καλύψουν περίπου 2,2 εκατ. τόνους CO₂ μέσω πιστοποιητικών CBAM, συνδεδεμένων με το Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών της ΕΕ (ETS). Με μέση τιμή ETS το 2025 στα 71,5 ευρώ/τόνο, το συνολικό κόστος ανέρχεται σε 158 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου 179 εκατ. δολάρια.

Για την αγορά λιπασμάτων, η σύγκριση είναι αποκαλυπτική. Με μέση τιμή CFR στη Βορειοδυτική Ευρώπη τα 552 δολάρια/τόνο το 2025, ο συνολικός λογαριασμός εισαγωγών αμμωνίας διαμορφώθηκε περίπου στα 1,37 δισ. δολάρια. Το CBAM προσθέτει σχεδόν 13% στο κόστος κάθε εισαγόμενου τόνου — ένα ποσοστό που δεν είναι αμελητέο, αλλά ούτε και πρωτόγνωρο για μια αγορά συνηθισμένη σε εισαγωγικούς δασμούς 5,5% από βασικούς προμηθευτές όπως οι ΗΠΑ, η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και η Λιβύη.

Το κρίσιμο σημείο, όμως, βρίσκεται πιο κάτω στην αλυσίδα. Πηγές της αγοράς λιπασμάτων εξηγούν ότι κάθε μείωση ή αναστολή αυτού του κόστους μεταφράζεται σταδιακά σε χαμηλότερες τιμές χονδρικής, ιδίως σε περιόδους όπου η ζήτηση είναι σχετικά σταθερή. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και το ενδιαφέρον των αγροτών: όχι στην τεχνική αρχιτεκτονική του CBAM, αλλά στην τελική τιμή ανά σακί λιπάσματος.

Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία αποκτά ο ρόλος της Γαλλία. Σύμφωνα με πληροφορίες από ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η Γαλλία ήταν η πρώτη χώρα που ζήτησε ανοιχτά την αναστολή της φορολόγησης CBAM για τα λιπάσματα, επιχειρηματολογώντας ότι η πλήρης εφαρμογή του μηχανισμού, χωρίς μεταβατικές δικλίδες, θα μετακυλιόταν άμεσα στο κόστος παραγωγής των αγροτών. Παράλληλα, γαλλικοί κυβερνητικοί κύκλοι εξετάζουν εσωτερικές φορολογικές παρεμβάσεις ώστε η όποια ελάφρυνση στο επίπεδο των εισαγωγών να περάσει πιο γρήγορα στην εγχώρια αγορά.

Την ίδια στιγμή, η ΕΕ έχει επιβεβαιώσει την πρόθεσή της να αναστείλει τους δασμούς των «Μάλλον Ευνοούμενων Εθνών», συμπεριλαμβανομένου του 5,5%, ταυτόχρονα με τη συζήτηση για το πάγωμα του CBAM στα λιπάσματα. Για τους εισαγωγείς αυτό λειτουργεί ως έμμεσο αντιστάθμισμα, περιορίζοντας την καθαρή επιβάρυνση και προσφέροντας μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στον σχεδιασμό του 2026 — με δυνητικό όφελος για τις τελικές τιμές.

Οι επιλογές προμήθειας, επίσης, δεν είναι ουδέτερες. Οι ΗΠΑ, με προεπιλεγμένες εκπομπές 3,44 τόνους CO₂/τόνο, καθίστανται λιγότερο ελκυστικές σε σύγκριση με χώρες όπως η Αλγερία, με περίπου 2,1 τόνους CO₂. Μια συστηματική στροφή της Ευρώπης σε χαμηλότερης έντασης άνθρακα προμηθευτές θα μπορούσε να μειώσει το πραγματικό κόστος του CBAM ακόμη και χωρίς επίσημη αναστολή.

Οι μεταβλητές παραμένουν πολλές οι τιμές του ETS, η ισοτιμία ευρώ/δολαρίου, οι διεθνείς τιμές αμμωνίας. Όλες επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα. Εκείνο που αναδεικνύεται, ωστόσο, είναι ότι το CBAM δεν λειτουργεί μόνο ως περιβαλλοντικό εργαλείο. Λειτουργεί και ως μηχανισμός ανακατανομής κόστους, με άμεσες επιπτώσεις στις εμπορικές ροές και, τελικά, στο κόστος παραγωγής της ευρωπαϊκής γεωργίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, το ενδεχόμενο παγώματος για το 2026 δεν αναιρεί τον μηχανισμό ούτε τη μακροπρόθεσμη κατεύθυνση της ευρωπαϊκής πολιτικής. Αντίθετα, αποτυπώνει μια μεταβατική στιγμή, όπου η κλιματική φιλοδοξία δοκιμάζεται πάνω στους πραγματικούς λογαριασμούς της αγοράς  και όπου το αν, πότε και πώς θα περάσει η ελάφρυνση στον αγρότη γίνεται το πραγματικό πολιτικό και οικονομικό διακύβευμα.