Ξηρασία, πτώση παραγωγής σιταριού και απώλεια μεριδίων πλήττουν τον αγροτικό και εξαγωγικό τομέα
Η Τουρκία, μία από τις δέκα μεγαλύτερες αγροτικές παραγωγούς χώρες παγκοσμίως, εισέρχεται στη σεζόν 2025/26 αντιμέτωπη με σοβαρές προκλήσεις στον αγροτικό και εξαγωγικό της τομέα. Η παρατεταμένη ξηρασία, σε συνδυασμό με αλλαγές στο κανονιστικό πλαίσιο, έχει οδηγήσει σε μειωμένες αποδόσεις βασικών καλλιεργειών και σε αναδιάταξη των εμπορικών ροών.
Η παραγωγή σιταριού εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στους 16,3 εκατ. τόνους, καταγράφοντας πτώση 15% σε ετήσια βάση. Περίπου το 80% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων της χώρας εξαρτάται από τις βροχοπτώσεις, γεγονός που καθιστά την έλλειψη υετού κρίσιμο παράγοντα για τη φετινή παραγωγή. Για την κάλυψη του κενού, οι εισαγωγές σιταριού αναμένεται να υπερδιπλασιαστούν, φτάνοντας τους 7,3 εκατ. τόνους, επίπεδο που αντιστοιχεί στον μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας. Περίπου τα δύο τρίτα αυτής της ποσότητας προορίζονται για επεξεργασία και επανεξαγωγή με τη μορφή αλεύρων και ζυμαρικών.
Την ίδια στιγμή, οι εξαγωγές σιταριού προβλέπεται να περιοριστούν στους 6 εκατ. τόνους, μειωμένες κατά 1,3 εκατ. τόνους, λόγω χαμηλότερων αποστολών σκληρού σίτου και δυσκολιών στη διάθεση αλεύρων στις διεθνείς αγορές.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η πίεση στον κλάδο της αλευροβιομηχανίας, ο οποίος παραδοσιακά κατέχει ηγετική θέση παγκοσμίως. Το διάστημα Ιουλίου 2024 – Ιανουαρίου 2025, οι εξαγωγές αλεύρων υποχώρησαν κατά 41%, στους 1,44 εκατ. τόνους. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η προσωρινή αναστολή του καθεστώτος εσωτερικής τελειοποίησης, που περιόρισε τις αδασμολόγητες εισαγωγές σιταριού για μεταποίηση, στο πλαίσιο της προσπάθειας μείωσης των υψηλών εγχώριων αποθεμάτων. Παράλληλα, η Τουρκία έχασε σημαντικό μερίδιο αγοράς στο Ιράκ, τον μεγαλύτερο πελάτη της, όπου οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 64% μετά την επιβολή νέων δασμών και την ανάπτυξη εγχώριας αλευροποιητικής δυναμικότητας. Η αυξανόμενη παρουσία αιγυπτιακών αλεύρων σε αγορές της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής εντείνει περαιτέρω τον ανταγωνισμό.
Σε άλλες καλλιέργειες, η παραγωγή κριθαριού εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στους 5,1 εκατ. τόνους, μειωμένη κατά 2 εκατ. τόνους, οδηγώντας τις εισαγωγές στους 1,7 εκατ. τόνους για την κάλυψη αναγκών ζωοτροφών. Αντίθετα, η παραγωγή καλαμποκιού αναμένεται να αυξηθεί κατά 12%, στους 7,9 εκατ. τόνους, χάρη στην εκτεταμένη χρήση αρδευτικών συστημάτων, με τις εισαγωγές να υποχωρούν στους 3,3 εκατ. τόνους.
Στο εσωτερικό μέτωπο, παρά τους κρατικούς ελέγχους τιμών, το ψωμί στην Άγκυρα και την Κωνσταντινούπολη είχε ακριβύνει έως τον Ιανουάριο του 2026 κατά περίπου 50%, φτάνοντας τις 12,5 λίρες ανά καρβέλι. Η συνολική κατανάλωση σιταριού υπολογίζεται στους 18,7 εκατ. τόνους, με αναλυτές να επισημαίνουν ότι η ζήτηση τείνει να σταθεροποιηθεί, καθώς τα υψηλότερα εισοδήματα οδηγούν μέρος των καταναλωτών σε σταδιακή μείωση της κατανάλωσης ψωμιού υπέρ άλλων τροφίμων.