Ρεκόρ εξαγωγών για τη φέτα αλλά... ρήγματα στην παραγωγή

Αυξάνεται η ζήτηση ενώ μειώνονται τα κοπάδια

Εικόνα ισχυρής δυναμικής παρουσιάζουν οι εξαγωγές φέτας, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, με την αξία τους να καταγράφει διαδοχικά ρεκόρ και τις τιμές του προϊόντος στις αγορές του εξωτερικού να κινούνται σε υψηλά επίπεδα. Η διεθνής ζήτηση εμφανίζεται αυξημένη και σταθερή, ενισχύοντας την εικόνα ενός επιτυχημένου εξαγωγικού προϊόντος.

Την ίδια στιγμή, όμως, στον πυρήνα της παραγωγής αναδεικνύεται μια αντίθετη πραγματικότητα. Η ελληνική αιγοπροβατοτροφία, που αποτελεί τη βάση της παραγωγής φέτας, αντιμετωπίζει σταδιακή συρρίκνωση. Το 2026 βρίσκει τον κλάδο αντιμέτωπο με ένα κρίσιμο ερώτημα: αν και η αγορά ζητά φέτα, θα υπάρξει επαρκής ποσότητα ελληνικού αιγοπρόβειου γάλακτος για να καλυφθεί η ζήτηση.

Το φαινόμενο χαρακτηρίζεται από έντονο οξύμωρο. Η τιμή παραγωγού στο πρόβειο γάλα κινείται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, αγγίζοντας ή και ξεπερνώντας τα 1,60–1,70 ευρώ ανά κιλό. Θεωρητικά, οι τιμές αυτές θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως κίνητρο για αύξηση των κοπαδιών. Στην πράξη, ωστόσο, παρατηρείται μείωση του ζωικού κεφαλαίου.

Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται αφενός στις εκτεταμένες σφαγές ζώων λόγω της ευλογιάς, παρά το γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα ο ρυθμός μετάδοσης εμφανίζει κάμψη, και αφετέρου στη σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής. Οι ανατιμήσεις σε ζωοτροφές και ενέργεια περιορίζουν ή και εξανεμίζουν το περιθώριο κέρδους των εκμεταλλεύσεων, καθιστώντας μη βιώσιμη τη διατήρηση ή την επέκταση κοπαδιών.

Πέρα από τις οικονομικές πιέσεις, το ζήτημα έχει και έντονη κοινωνική διάσταση. Η κτηνοτροφία παραμένει μια δραστηριότητα με συνεχή και απαιτητική παρουσία, χωρίς διακοπές ή σταθερό ωράριο. Οι παλαιότεροι κτηνοτρόφοι αποχωρούν λόγω συνταξιοδότησης, ενώ οι νεότερες γενιές δεν επιλέγουν να συνεχίσουν τη δραστηριότητα, μετακινούμενες προς τα αστικά κέντρα. Παράλληλα, η έλλειψη εργατών γης, που επηρεάζει συνολικά τον πρωτογενή τομέα, εντείνεται ιδιαίτερα στην αιγοπροβατοτροφία.

Ως αποτέλεσμα, πέρα από τις αναγκαστικές σφαγές λόγω ασθενειών, σε αρκετές περιπτώσεις παραγωγικά κοπάδια οδηγούνται στα σφαγεία, καθώς οι κτηνοτρόφοι αδυνατούν να τα διαχειριστούν. Η πρακτική αυτή συνεπάγεται πώληση του ζωικού κεφαλαίου για κρέας, με άμεσες επιπτώσεις στη μελλοντική παραγωγή γάλακτος.

Το ζήτημα αποκτά ευρύτερη σημασία, καθώς η φέτα αποτελεί προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) και μπορεί να παραχθεί αποκλειστικά από ελληνικό αιγοπρόβειο γάλα. Σε συνθήκες περιορισμένης πρώτης ύλης, οι γαλακτοβιομηχανίες βρίσκονται αντιμέτωπες με δύο επιλογές: είτε να αυξήσουν σημαντικά τις τιμές του γάλακτος, μετακυλίοντας το κόστος στο τελικό προϊόν και περιορίζοντας τη μαζική κατανάλωση, είτε να μην μπορούν να καλύψουν τις παραγγελίες του εξωτερικού.

Σε περίπτωση απώλειας μεριδίου αγοράς, το κενό στα ράφια των διεθνών αγορών καλύπτεται από προϊόντα «λευκού τυριού» άλλων χωρών, όπως η Δανία, η Γερμανία και η Γαλλία, τα οποία παράγονται από αγελαδινό γάλα και διατίθενται σε χαμηλότερες τιμές. Η εμπειρία δείχνει ότι η απώλεια θέσης στην αγορά είναι δύσκολο να ανακτηθεί, όπως είχε συμβεί σε μικρότερη κλίμακα και με το ελαιόλαδο σε περιόδους έντονης ανόδου τιμών.

Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι το παραδοσιακό μοντέλο της εκτατικής κτηνοτροφίας φθίνει και ότι η διατήρηση της παραγωγής φέτας προϋποθέτει μετάβαση σε πιο επιχειρηματικές μορφές οργάνωσης. Μεταξύ των κατευθύνσεων που αναδεικνύονται είναι οι επενδύσεις σε αυτοματοποιημένα συστήματα εκτροφής και άμελξης, η γενετική βελτίωση των ζώων για μεγαλύτερη αποδοτικότητα, καθώς και η σύναψη μακροχρόνιων συμβολαίων τιμής μεταξύ βιομηχανίας και κτηνοτρόφων. Προϋπόθεση για την υλοποίηση αυτών των αλλαγών αποτελεί, ωστόσο, ένα σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον.

Η φέτα παραμένει ένα από τα ισχυρότερα αγροδιατροφικά προϊόντα της χώρας. Η διατήρηση της παραγωγής της, όμως, συνδέεται άμεσα με τη βιωσιμότητα της ελληνικής αιγοπροβατοτροφίας. Το στοίχημα για το 2026 και τα επόμενα χρόνια είναι αν ο κλάδος μπορεί να προσελκύσει νέους ανθρώπους και να λειτουργήσει ως σύγχρονη, οικονομικά βιώσιμη δραστηριότητα, διασφαλίζοντας την επάρκεια της πρώτης ύλης που στηρίζει την επιτυχία της φέτας.