Νέα μελέτη κατατάσσει τις περιοχές της Ελλάδας με τη μεγαλύτερη καταλληλότητα για καλλιέργεια ελιάς

Χάρτης καταλληλότητας αποκαλύπτει ότι περίπου το 60% της Ελλάδας μπορεί να υποστηρίξει την καλλιέργεια ελιάς

Ερευνητική ομάδα του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών παρουσίασε την πρώτη πανελλαδική μελέτη που αξιολογεί την κλιματική καταλληλότητα της ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών για την καλλιέργεια της ελιάς.

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό MDPI Agronomy Journal, συνδύασε κλιματικά και βασικά γεωμορφολογικά δεδομένα, προκειμένου να χαρτογραφήσει τις περιοχές που είναι περισσότερο κατάλληλες για την ανάπτυξη ελαιόδεντρων.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι περίπου το 60% της συνολικής έκτασης της Ελλάδας είναι κατάλληλο για ελαιοκαλλιέργεια, με περισσότερες περιοχές να μπορούν να υποστηρίξουν ελαιόδεντρα από όσες καλλιεργούνται σήμερα.

«Το μοντέλο που δημιουργήσαμε εντοπίζει τις περιοχές στην Ελλάδα που είναι οι πλέον κατάλληλες για την ανάπτυξη της ελαιοκαλλιέργειας στη χώρα», δήλωσε ο Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, βιοκλιματολόγος στο Τμήμα Επιστήμης Φυτικής Παραγωγής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και επικεφαλής της έρευνας.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν 11 κλιματικές και γεωμορφολογικές παραμέτρους για να δημιουργήσουν έναν χάρτη καταλληλότητας για την ελαιοκαλλιέργεια σε όλη την Ελλάδα, αποδίδοντας βαθμολογίες από το μηδέν έως το δέκα, όπου οι υψηλότερες τιμές υποδηλώνουν ευνοϊκότερες συνθήκες.

«Οι γεωμορφολογικές παράμετροι που χρησιμοποιήσαμε, όπως το υψόμετρο και η κλίση του εδάφους, δεν μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου», ανέφερε ο Χαραλαμπόπουλος. «Για τις κλιματικές παραμέτρους βασιστήκαμε στις υφιστάμενες κλιματικές συνθήκες».

«Για παράδειγμα, γνωρίζουμε τις βέλτιστες ποσότητες βροχόπτωσης που απαιτούνται για τα ελαιόδεντρα σε συγκεκριμένες περιόδους», εξήγησε. «Οι περιοχές που πληρούσαν αυτό το όριο έλαβαν την υψηλότερη βαθμολογία, ενώ όσες είχαν χαμηλότερα επίπεδα βροχόπτωσης αξιολογήθηκαν χαμηλότερα».

Με την ίδια μεθοδολογία, οι ερευνητές υπολόγισαν τις τιμές για όλες τις παραμέτρους σε πανελλαδικό επίπεδο.

«Χρησιμοποιήσαμε όλους τους βασικούς παράγοντες που σχετίζονται με την ελαιοκαλλιέργεια, με εξαίρεση την ποιότητα του εδάφους, τις πρακτικές διαχείρισης του εδάφους και τη διαθεσιμότητα άρδευσης», σημείωσε ο Χαραλαμπόπουλος.

Η ομάδα εξέτασε επίσης κατά πόσο τα ελαιόδεντρα σε διαφορετικές περιοχές λαμβάνουν επαρκείς ώρες χειμερινού ψύχους, καθώς και τον κίνδυνο ανοιξιάτικου παγετού, ο οποίος μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την άνθηση.

Προηγούμενες έρευνες έχουν αναδείξει τη σημασία των απαιτήσεων χειμερινού ψύχους για την υγιή παραγωγή ελιάς στην Ελλάδα.

Όλες οι παράμετροι αναταξινομήθηκαν και συνδυάστηκαν σε έναν τελικό χάρτη καταλληλότητας με βαθμολογία από 0 έως 10.

Σύμφωνα με τον τελικό χάρτη, μικρές περιοχές στην ανατολική Κρήτη και σε αρκετά νησιά του Αιγαίου, μεταξύ των οποίων η Νάξος και η Αμοργός, αναδείχθηκαν ως οι πλέον κατάλληλες για ελαιοκαλλιέργεια, λαμβάνοντας την ανώτατη βαθμολογία δέκα.

Υψηλή καταλληλότητα για την καλλιέργεια της ελιάς καταγράφηκε επίσης σε άλλες περιοχές της νότιας και βορειοανατολικής Ελλάδας.

«Πέρα από τις παραδοσιακές ελαιοκομικές περιοχές, όπως μεγάλα τμήματα της Πελοποννήσου, που βαθμολογήθηκαν μεταξύ οκτώ και εννέα, η έρευνά μας έδειξε ότι και η βόρεια περιοχή της Καβάλας είναι ιδιαίτερα κατάλληλη, λαμβάνοντας βαθμολογία εννέα», ανέφερε ο Χαραλαμπόπουλος.

«Πολλοί αγρότες στην ευρύτερη περιοχή έχουν ήδη στραφεί με επιτυχία στην ελαιοκαλλιέργεια, με τα ελαιόλαδά τους να αναγνωρίζονται διεθνώς για την ποιότητά τους», πρόσθεσε.

Οι ερευνητές εργάζονται πλέον για τη βελτίωση του χάρτη καταλληλότητας, ενσωματώνοντας προβολές της κλιματικής αλλαγής.

Επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι η ανατολική Μεσόγειος θερμαίνεται ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο, τάση που ήδη επηρεάζει τους ελαιοπαραγωγούς στην Ελλάδα, σύμφωνα με περιφερειακές κλιματικές αξιολογήσεις.

Τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί περιπτώσεις όπου οι ήπιοι χειμώνες επηρέασαν αρνητικά την καρπόδεση, όπως σε περιοχές της βόρειας Ελλάδας όπου παρατηρήθηκαν μειωμένες αποδόσεις.

«Γνωρίζουμε πλέον, για παράδειγμα, ότι η κλιματική αλλαγή αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά την καλλιέργεια στην περιοχή του Έβρου», δήλωσε ο Χαραλαμπόπουλος.

«Με τη μειωμένη διαθεσιμότητα νερού για άρδευση, μπορούμε να παρέχουμε στους αγρότες πληροφορίες που θα τους βοηθήσουν να αποφασίσουν εάν η μετάβαση από καλλιέργειες όπως ο καπνός σε λιγότερο υδροβόρες επιλογές, όπως η ελιά ή το αμπέλι, είναι πιο βιώσιμη», πρόσθεσε.

Ενσωματώνοντας τις προβλεπόμενες μεταβολές της θερμοκρασίας στο μοντέλο, οι ερευνητές επιδιώκουν να βοηθήσουν τους παραγωγούς να αξιολογήσουν αν η ελαιοκαλλιέργεια θα αποτελεί πιο βιώσιμη μακροπρόθεσμη επιλογή σε σχέση με τις υφιστάμενες καλλιέργειες.

Ο χάρτης καταλληλότητας θα μπορούσε επίσης να αποδειχθεί χρήσιμος για τον ασφαλιστικό κλάδο στον αγροτικό τομέα.

«Ένας ελαιοπαραγωγός στη βορειοδυτική Ελλάδα θα αντιμετώπιζε υψηλότερα ασφάλιστρα σε σύγκριση με έναν παραγωγό στην Πελοπόννησο, λόγω του αυξημένου κινδύνου που συνεπάγεται η καλλιέργεια σε αυτή την περιοχή», εξήγησε ο Χαραλαμπόπουλος.

Η τελική φάση της έρευνας θα ενσωματώσει δεδομένα για την ποιότητα του εδάφους, τη διαθεσιμότητα άρδευσης και τον αναμενόμενο κίνδυνο προσβολών από τον δάκο.

«Ολοκληρώνουμε επίσης μια ανάλυση κλιματικού κινδύνου που βασίζεται σε ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως χαλαζοπτώσεις και καύσωνες», ανέφερε.

«Στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε ένα απλό, αρθρωτό εργαλείο που θα ενσωματώνει όλους τους παράγοντες που σχετίζονται με την ελαιοκαλλιέργεια στην Ελλάδα και θα επιτρέπει τη δοκιμή μελλοντικών σεναρίων», κατέληξε.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ο παραγωγός θα μπορεί να εκτιμά το ύψος της οικονομικής επένδυσης που απαιτείται για τη δημιουργία ενός ελαιώνα, με βάση τη βαθμολογία καταλληλότητας κάθε περιοχής.

Ο κ. Χαραλαμπόπουλος σημείωσε ότι το μοντέλο μπορεί να αξιοποιηθεί και από τους φορείς χάραξης πολιτικής.

«Η Ελλάδα δεν μπορεί να έχει αποτελεσματική αγροτική στρατηγική χωρίς επιστημονικά δεδομένα», τόνισε.

«Ο χάρτης καταλληλότητας θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από το κράτος για να εντοπιστούν οι περιοχές που είναι περισσότερο κατάλληλες για ελαιοκαλλιέργεια τις επόμενες δεκαετίες και να δοθούν κίνητρα για τεκμηριωμένες μεταβάσεις».

Πηγή: oliveoiltimes.com