Πάγωμα χρεών χωρίς εφαρμογή το κενό που πιέζει την κτηνοτροφία

Παρά την ψήφιση των ρυθμίσεων από τα μέσα Δεκεμβρίου, η τελευταία εργάσιμη του Ιανουαρίου βρίσκει το μέτρο χωρίς πρακτικό αντίκρισμα στην αγορά

Από τα χωριά της Βόρειας Ελλάδας μέχρι τις περιφέρειες της Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας, οι κτηνοτρόφοι περιγράφουν μια καθημερινότητα όπου η ευθύνη της παραγωγής συγκρούεται με την αδυναμία επιβίωσης. «Παρά την ύπαρξη ρητής απόφασης που προβλέπει την αναστολή φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων για όσους έχασαν τα ζώα τους λόγω της ευλογιάς των αιγοπροβάτων, αρμόδιες υπηρεσίες συνεχίζουν να απαιτούν κανονικά την καταβολή εισφορών», δηλώνει παραγωγός από τη Ελασσόνα καταγράφοντας την απογοήτευση μιας κοινότητας που βλέπει τις υποχρεώσεις να «τρέχουν» χωρίς να λαμβάνει ουσιαστική ανακούφιση. Η αντίθεση ανάμεσα στη νομοθετική εξαγγελία και την πραγματικότητα που βιώνουν οι άνθρωποι του πρωτογενούς τομέα, όπως καταγγέλλεται, είναι πλέον κραυγαλέα και πλήττει το ηθικό αλλά και την οικονομική δυνατότητα των εκμεταλλεύσεων.

Παρά την ψήφιση των ρυθμίσεων από τα μέσα Δεκεμβρίου, η τελευταία εργάσιμη του Ιανουαρίου βρίσκει το μέτρο χωρίς πρακτικό αντίκρισμα στην αγορά

Η νομοθετική πρόβλεψη για το πάγωμα των οφειλών των πληγέντων κτηνοτρόφων έως το τέλος του 2026, που ψηφίστηκε στα μέσα Δεκεμβρίου, παραμένει μέχρι σήμερα ανενεργή στο πεδίο. Στην τελευταία εργάσιμη ημέρα του Ιανουαρίου, η διοικητική εφαρμογή της ρύθμισης δεν έχει ολοκληρωθεί, με αποτέλεσμα χιλιάδες εκμεταλλεύσεις να εισέρχονται σε νέο κύκλο ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, χωρίς καμία λειτουργική ανάσα ρευστότητας.

Το ζήτημα δεν αφορά τη θεσμική πρόθεση, αλλά το χρονικό κενό μεταξύ ψήφισης και εκτελεστότητας. Οι περισσότεροι πληγέντες κτηνοτρόφοι δηλώνουν αδυναμία εξυπηρέτησης τρεχουσών και συσσωρευμένων υποχρεώσεων, καθώς οι οφειλές προς το Δημόσιο, τις τράπεζες και τρίτους συνεχίζουν να «τρέχουν», επιβαρυνόμενες με προσαυξήσεις και τόκους. Στην πράξη, η μη ενεργοποίηση της ρύθμισης μετατρέπει μια πολιτική απόφαση ανακούφισης σε διοικητικά ανενεργό μέτρο.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το σκέλος της απώλειας εισοδήματος, που αποτιμάται σε περίπου 70 ευρώ ανά ζώο, ποσό το οποίο, όπως προκύπτει από την εικόνα της αγοράς, δεν επαρκεί σε καμία περίπτωση για να καλύψει το σύνολο των ετήσιων υποχρεώσεων μιας κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης. Το αποτέλεσμα είναι διττό: είτε δημιουργούνται νέα χρέη προς το Δημόσιο, είτε μεταφέρονται ανεξέλεγκτα υποχρεώσεις προς προμηθευτές, ζωοτροφές και υπηρεσίες, οι οποίες καθίστανται μέρα με τη μέρα μη διαχειρίσιμες.

Στο πολιτικό επίπεδο, το ζήτημα αποκτά ευρύτερη διάσταση αξιοπιστίας, η ρύθμιση παρουσιάστηκε ως απάντηση σε μια κρίση με σαφή υγειονομικά και οικονομικά χαρακτηριστικά, υπό την ευθύνη του Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Ωστόσο, η απουσία άμεσης εφαρμογής δημιουργεί ένα εμφανές κενό ανάμεσα στη νομοθετική εξαγγελία και τη διοικητική πράξη, ένα κενό που μεταφέρεται αυτούσιο στην καθημερινότητα των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων.

Χωρίς τις αναγκαίες εγκυκλίους, τις πράξεις εφαρμογής και τη στοιχειώδη διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστημάτων, το «πάγωμα» των οφειλών παραμένει, στην πράξη, μια λεκτική πρόβλεψη χωρίς διοικητικό αποτύπωμα.

Το κρίσιμο ερώτημα που αναδύεται δεν αφορά τη σκοπιμότητα της ρύθμισης, αλλά τον χρόνο ενεργοποίησής της. Για τους κτηνοτρόφους, ο χρόνος αυτός μεταφράζεται σε ληξιπρόθεσμες οφειλές, σε διάβρωση της πιστοληπτικής τους ικανότητας και σε περιορισμένη πρόσβαση σε βασικές εισροές. Για τη διοίκηση, συνιστά μια δοκιμασία συντονισμού, διοικητικής επάρκειας και θεσμικής συνέπειας.

Το αμέσως επόμενο διάστημα θα δείξει αν η απόφαση του Δεκεμβρίου θα μετατραπεί σε λειτουργικό εργαλείο σταθεροποίησης ή αν θα προστεθεί στον κατάλογο των πολιτικών παρεμβάσεων που, αν και νομοθετήθηκαν εγκαίρως, δεν κατάφεραν να συγχρονιστούν με τη διοικητική πραγματικότητα.