Μέλι: Γιατί η Κύπρος βλέπει «τρύπα» έως 30% και γιατί η ίδια κρίση χτυπά ήδη την Ελλάδα

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο «πόσο μέλι βγαίνει», αλλά πόσο αξίζει να συνεχίσει να βγαίνει

Η κυπριακή μελισσοκομία μπαίνει στο 2026 με μια εικόνα που δύσκολα «γλυκαίνει» η παραγωγή μελιού έχει μειωθεί έως και 30%, σύμφωνα με όσα δήλωσε ανώτερος λειτουργός του Τμήματος Γεωργίας σε κυπριακά μέσα, αποδίδοντας την πτώση σε παρατεταμένη ξηρασία, υψηλές θερμοκρασίες και γενικότερη περιβαλλοντική πίεση που αλλάζει τη δυναμική της ανθοφορίας και τη διαθέσιμη  σε νέκταρ παραγωγή. 

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο «πόσο μέλι βγαίνει», αλλά πόσο αξίζει να συνεχίσει να βγαίνει. Οι Κύπριοι μελισσοκόμοι αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα την κλιματική αστάθεια και την οικονομική πίεση από χαμηλού κόστους εισαγόμενα προϊόντα, τα οποία συμπιέζουν τις τιμές και μεταφέρουν την αγορά σε ένα πεδίο όπου η ποιότητα δυσκολεύεται να αμειφθεί. 

Στην Κύπρο, η επίσημη περιγραφή της χρονιάς μοιάζει με αναφορά για ένα σύστημα που απορρυθμίζεται, λιγότερες σταθερές εποχές, περισσότερα θερμά επεισόδια, άνιση κατανομή βροχών. Αυτό δεν πλήττει μόνο το τελικό προϊόν αλλά την ίδια τη βιολογία της παραγωγής, αν η ανθοφορία «σπάσει» ή αν το νερό δεν επαρκεί, η μέλισσα δουλεύει σε φτωχότερο περιβάλλον, με χαμηλότερη απόδοση ανά κυψέλη. 

Στο ευρωπαϊκό κάδρο, η πίεση αυτή έρχεται να κουμπώσει με μια αγορά που ήδη αναζητά ισορροπία ανάμεσα σε αυτάρκεια και εισαγωγές. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε παρουσίαση για την αγορά μελιού, αποτυπώνει ότι η παραγωγή της ΕΕ κινείται γύρω στους 285 χιλ. τόνους το 2023 και 282 χιλ. τόνους το 2024, όπου το κόστος και οι κλιματικές αποκλίσεις γίνονται μόνιμος παράγοντας αβεβαιότητας. 

Η πίεση από εισαγωγές δεν είναι κυπριακή ιδιορρυθμία μόνο είναι ευρωπαϊκό δεδομένο σύμφωνα με την Eurostat να καταγράφει ότι το 2023 η ΕΕ εισήγαγε από τρίτες χώρες 163.700 τόνους φυσικού μελιού, αξίας €359,3 εκατ. 

Για τον μικρό παραγωγό, αυτό μεταφράζεται σε ένα απλό δίλημμα ή θα πουλήσει με «κανόνες ραφιού» (συχνά χαμηλής τιμής), ή θα προσπαθήσει να ζήσει από μια αγορά ποιότητας που απαιτεί πιστοποίηση, διαφάνεια, ισχυρό branding και κανάλια διάθεσης που δεν υπάρχουν πάντα.

Η κυπριακή συζήτηση όπως αποτυπώνεται σε αναφορές που επικαλούνται το Τμήμα Γεωργίας μιλά καθαρά για «αθέμιτο ανταγωνισμό» από εισαγόμενα προϊόντα. 

Αν η Κύπρος βλέπει την παραγωγή της να «στεγνώνει», η Ελλάδα γνωρίζει κάτι ακόμη πιο σκληρό στις μεγάλες πυρκαγιές, δεν καίγονται μόνο δάση  καίγονται βοσκοτόπια  και χάνεται το νέκταρ, πευκοδάση που στηρίζουν συγκεκριμένα μελιτώματα, διαδρομές μετακίνησης, ακόμα και ολόκληρες μελισσοκομικές ζώνες.

Η επιστημονική τεκμηρίωση για το μέγεθος των πυρκαγιών είναι βαριά. Το Κέντρο Ερευνών της ΕΕ έχει καταγράψει ότι το 2023 σημειώθηκε η μεγαλύτερη μεμονωμένη πυρκαγιά στην Ευρώπη από τη δεκαετία του 1980, κοντά στην Αλεξανδρούπολη, με καμένη έκταση άνω των 96.000 εκταρίων. 

Και τα επίσημα στατιστικά του Copernicus/EFFIS προσφέρουν το «ψυχρό» ισοδύναμο μεγάλες καμένες εκτάσεις, επαναληπτικότητα επεισοδίων και ένα μοτίβο που κάνει την αποκατάσταση πιο αργή από την καταστροφή. 

Για τη μελισσοκομία, αυτό σημαίνει διπλή ζημιά πρώτα χάνεται το περιβάλλον συλλογής, μετά χάνεται χρόνος (και χρήμα) μέχρι να επανέλθει η βλάστηση. Την ίδια στιγμή, οι μελισσοκόμοι στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχουν βγει δημόσια ζητώντας μέτρα για κόστος, αποζημιώσεις και ελέγχους στις εισαγωγές, ακριβώς επειδή το «φυσικό ρίσκο» έχει γίνει οικονομικό ρίσκο. 

Το μέλι είναι το ορατό προϊόν και η επικονίαση είναι η αόρατη υπηρεσία. Όταν οι μελισσοκόμοι βγαίνουν από την αγορά, δεν χάνεται μόνο ένα εισόδημα• αποδυναμώνεται ένα τμήμα του οικοσυστήματος που υποστηρίζει καλλιέργειες, άγρια χλωρίδα και βιοποικιλότητα. Και σε νησιωτικά περιβάλλοντα όπως η Κύπρος και σε πυρόπληκτες ζώνες της Ελλάδας αυτή η απώλεια γίνεται ταχύτερα μη αναστρέψιμη.