Αριθμοί, αντοχές και τα όρια της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας
Όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε στις 30 Ιανουαρίου 2026 την Ετήσια Έκθεση για την Ενιαία Αγορά και την Ανταγωνιστικότητα το μήνυμα διατυπώθηκε με αριθμούς που δύσκολα επιδέχονται ωραιοποίηση. Η Ενιαία Αγορά παραμένει το πιο σταθερό θεμέλιο της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά η μηχανή της δείχνει να δουλεύει χωρίς επιτάχυνση, σε μια στιγμή που ο διεθνής ανταγωνισμός επιταχύνεται μεθοδικά
Η έκθεση σκιαγραφεί ένα περιβάλλον όπου οι εξωτερικές πιέσεις γεωπολιτικές εντάσεις, υπερπαραγωγικές δυνατότητες τρίτων χωρών, επιθετικές εμπορικές πολιτικές– συναντούν εσωτερικές αδυναμίες που η Ευρώπη γνωρίζει εδώ και χρόνια, αλλά δυσκολεύεται να διορθώσει. Παρά τις εγγυήσεις και το βάθος της ενιαίας αγοράς των 450 εκατομμυρίων πολιτών, τα εθνικά εμπόδια και η κανονιστική πολυδιάσπαση εξακολουθούν να λειτουργούν ως αθόρυβοι φραγμοί.
Τα στοιχεία για την ενσωμάτωση της αγοράς είναι ενδεικτικά. Το ενδοενωσιακό εμπόριο αγαθών αντιπροσώπευσε το 22% του ΑΕΠ της ΕΕ το 2024, σημειώνοντας υποχώρηση σε σχέση με το 23,5% του 2023, ενώ το εμπόριο υπηρεσιών συνεχίζει να αυξάνεται, αλλά με ρυθμό που δεν αρκεί για να αλλάξει τη συνολική εικόνα. Πρόκειται για μια στασιμότητα που αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι η Ενιαία Αγορά έχει ιστορικά προσθέσει 3–4% ετησίως στο ΑΕΠ της Ένωσης και έχει δημιουργήσει περισσότερες από 3,5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας.
Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται και πάλι το ζήτημα της παραγωγικότητας. Η παραγωγικότητα εργασίας στην ΕΕ παραμένει στο 78,5% των επιπέδων των Ηνωμένων Πολιτειών, ένα χάσμα που, σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν οφείλεται στην ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού αλλά στη βραδύτερη υιοθέτηση ψηφιακών και προηγμένων τεχνολογιών. Το πρόβλημα γίνεται πιο ορατό όταν συνδεθεί με τη χαμηλή ένταση επενδύσεων στην καινοτομία: οι δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη καθηλώνονται στο 2,24% του ΑΕΠ, μακριά από τον ευρωπαϊκό στόχο του 3% έως το 2030.
Η επενδυτική εικόνα συμπληρώνεται από αριθμούς που δύσκολα αγνοούνται. Η ιδιωτική επένδυση μειώθηκε στο 17,6% του ΑΕΠ το 2024, ενώ οι επενδύσεις venture capital παραμένουν περιορισμένες στο 0,06% του ΑΕΠ, υπογραμμίζοντας τη δυσκολία των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων να κλιμακώσουν και να μετατρέψουν την καινοτομία σε παγκόσμια ανταγωνιστική ισχύ. Την ίδια περίοδο, η ευρωπαϊκή μεταποίηση χάνει έδαφος, με απώλειες που φτάνουν κατά μέσο όρο τις 27.000 θέσεις εργασίας τον μήνα τα τελευταία δύο χρόνια.
Στον ενεργειακό τομέα, η έκθεση καταγράφει πρόοδο χωρίς άμεση ανακούφιση. Το 25,2% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας καλύπτεται πλέον από ανανεώσιμες πηγές, ενώ το 2024 προστέθηκαν 68 GW νέας ανανεώσιμης ισχύος. Παρά ταύτα, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για μη οικιακούς καταναλωτές παραμένουν υψηλές, στα 0,164 ευρώ ανά kWh, επίπεδο που συνεχίζει να πλήττει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των ενεργοβόρων κλάδων.
Η διεθνής διάσταση της έκθεσης προσθέτει ένα ακόμη στρώμα ανησυχίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί ισχυρή θέση στο παγκόσμιο εμπόριο, με 12,6% των παγκόσμιων εισαγωγών αγαθών και 25% του εμπορίου υπηρεσιών, ωστόσο οι στρατηγικές εξαρτήσεις παραμένουν έντονες. Ο Δείκτης Εξωτερικής Ευαλωτότητας (EXVI) διαμορφώνεται στο 0,20, αποτυπώνοντας την έκθεση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σε κρίσιμες πρώτες ύλες και τεχνολογίες που ελέγχονται από περιορισμένο αριθμό τρίτων χωρών.
Απέναντι σε αυτή τη σύνθετη πραγματικότητα, η Επιτροπή επιχειρεί να μετατοπίσει το βάρος από τη διάγνωση στην εφαρμογή. Η πρώτη Ετήσια Ατζέντα Επιβολής της Ενιαίας Αγοράς στοχεύει στην άρση των πλέον επιζήμιων εθνικών εμποδίων, ενώ τα πακέτα απλούστευσης εκτιμάται ότι μπορούν να μειώσουν τα διοικητικά βάρη κατά 15 δισ. ευρώ ετησίως. Παράλληλα, το πρόγραμμα InvestEU έχει ήδη κινητοποιήσει σχεδόν 300 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 115,5 δισ. ευρώ κατευθύνονται σε επενδύσεις βιομηχανικού μετασχηματισμού.
Η έκθεση μας υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι η Ενιαία Αγορά εξακολουθεί να λειτουργεί ως ο βασικός σταθεροποιητής της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι οι αποφάσεις θα εφαρμοστούν με συνέπεια και πολιτικό βάρος. Σε έναν κόσμο όπου η οικονομική ισχύς συνδέεται ολοένα και περισσότερο με την πολιτική επιρροή, η πραγματική δοκιμασία για την Ευρώπη δεν είναι αν διαθέτει τα εργαλεία, αλλά αν είναι διατεθειμένη να τα χρησιμοποιήσει εγκαίρως.