Κτηνοτροφία: Ο κλάδος που νόμιζε ότι άντεχε τα πάντα

Ο πληθωρισμός και η υποτίμηση της λίρας δοκιμάζουν έναν από τους πιο ανθεκτικούς κλάδους της Τουρκίας

Για χρόνια, η γαλακτοκομία στην Τουρκία κινούνταν με μια σταθερότητα που την καθιστούσε αξιόπιστο παίκτη στη διεθνή αγορά. Το γάλα και τα παράγωγά του ήταν αυτονόητο μέρος της οικονομίας και της καθημερινής διατροφής, ένας κλάδος που άντεχε τις διακυμάνσεις.

Σήμερα, αυτή η ισορροπία έχει διαταραχθεί ο επίμονος πληθωρισμός, η αποδυναμωμένη λίρα και το αυξανόμενο κόστος παραγωγής πιέζουν ολόκληρη την αλυσίδα, από τον παραγωγό μέχρι το ράφι. Η γαλακτοκομία παραμένει στρατηγικός τομέας, αλλά πλέον λειτουργεί σε καθεστώς συνεχούς προσαρμογής, με κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις που γίνονται ολοένα πιο ορατές.

Η χώρα παραμένει στους δέκα μεγαλύτερους παραγωγούς γάλακτος παγκοσμίως, όμως η παραγωγή νωπού γάλακτος έχει υποχωρήσει αισθητά τα τελευταία χρόνια. Από 25,3 εκατ. τόνους το 2020, η συνολική παραγωγή μειώθηκε σε 21,56 εκατ. τόνους το 2022 και παρέμεινε σχεδόν στάσιμη το 2023, σύμφωνα με στοιχεία της TURKSTAT. Πρόκειται για μια κάμψη που αντανακλά όχι μόνο τη συρρίκνωση των κοπαδιών, αλλά και τη σταδιακή απώλεια παραγωγικότητας σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων εισροών.

Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι οι ζωοτροφές, η ενέργεια και το χρηματοδοτικό κόστος έχουν μετατραπεί σε βασικούς περιοριστικούς παράγοντες. Η τουρκική λίρα έχει χάσει πάνω από το 80% της αξίας της έναντι του δολαρίου μέσα σε πέντε χρόνια, ενώ ο ετήσιος πληθωρισμός άγγιξε το 75% την άνοιξη του 2024. Το αποτέλεσμα είναι ένας κλάδος που λειτουργεί με συμπιεσμένα περιθώρια και αυξανόμενη αβεβαιότητα.

Η πίεση αυτή αποτυπώνεται και στη δομή της παραγωγής. Το αγελαδινό γάλα, που αντιστοιχεί σχεδόν στο 93% της συνολικής παραγωγής, έχει δεχθεί το ισχυρότερο πλήγμα. Παράλληλα, ο αριθμός των γαλακτοπαραγωγικών ζώων μειώθηκε από 31,9 εκατ. το 2019 σε 25,75 εκατ. το 2022, με μια οριακή μόνο ανάκαμψη το 2023. Η τάση ενισχύει τη μετατόπιση από μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις προς μεγαλύτερες, πιο εντατικές μονάδες, αφήνοντας λιγότερο χώρο για τους μικρούς παραγωγούς.

Στο επίπεδο της κατανάλωσης, ο πληθωρισμός έχει αλλάξει τις συνήθειες των νοικοκυριών. Οι καταναλωτές στρέφονται σε φθηνότερα προϊόντα και ιδιωτικές ετικέτες, ενώ περιορίζουν τις αγορές πιο εξειδικευμένων ή βιολογικών γαλακτοκομικών. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένα προϊόντα αντέχουν. Το αϊράν, παραδοσιακό ρόφημα γιαουρτιού, και το γιαούρτι παραμένουν βασικά στοιχεία της διατροφής, με την παραγωγή τους να αυξάνεται το 2023. Το ίδιο ισχύει και για το τυρί, πυλώνα της τουρκικής κουζίνας, όπου η παραγωγή αγελαδινού τυριού κατέγραψε αξιοσημείωτη άνοδο.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το Ezine Peyniri, ένα παραδοσιακό λευκό τυρί από τα βορειοδυτικά της χώρας, το οποίο έλαβε Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα τέλη του 2023. Η πιστοποίηση αυτή άνοιξε νέους δρόμους για εξαγωγές και ενίσχυσε την αξία ενός προϊόντος που μέχρι πρόσφατα πιεζόταν από χαμηλές τιμές και υψηλό κόστος.

Παρά τις δυσκολίες στο εσωτερικό, οι εξαγωγές παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ισορροπίας. Αν και ο όγκος μειώθηκε το 2023, οι τουρκικές γαλακτοκομικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να στοχεύουν στη Μέση Ανατολή, την Κεντρική Ασία και ολοένα περισσότερο στην ΕΕ και την Κίνα, ιδιαίτερα για τυριά και γάλα σε σκόνη. Ο τουρισμός –με δεκάδες εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως– λειτουργεί επίσης ως σιωπηρός ενισχυτής της ζήτησης.

Η εικόνα που προκύπτει δεν είναι μιας κατάρρευσης, αλλά μιας μεταβατικής περιόδου. Ο κλάδος συρρικνώθηκε υπό το βάρος των μακροοικονομικών πιέσεων, αλλά αναζητά νέα σημεία ισορροπίας μέσω εξαγωγών, διαφοροποίησης προϊόντων και σταδιακής συγκέντρωσης της παραγωγής. Όπως εκτιμούν παράγοντες της αγοράς, από το 2025 και μετά η γαλακτοκομία της Τουρκίας ενδέχεται να εισέλθει σε φάση σταθεροποίησης — όχι επιστρέφοντας στο παρελθόν, αλλά προσαρμοζόμενη σε μια νέα, πιο απαιτητική οικονομική πραγματικότητα.