Έρευνα της ελληνικής πρεσβείας στη Ρώμη σκιαγραφεί τη θέση της χώρας στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά
Η Ελλάδα παραμένει ο μεγαλύτερος παραγωγός βάμβακος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καλύπτοντας περίπου το 80% της συνολικής ευρωπαϊκής παραγωγής. Ωστόσο, σε παγκόσμιο επίπεδο η χώρα παραμένει περιφερειακός παίκτης, χωρίς ουσιαστική επιρροή στη διαμόρφωση των διεθνών τιμών.
Τα στοιχεία προκύπτουν από έρευνα αγοράς για τον τομέα του βάμβακος στην Ιταλία, που εκπονήθηκε από το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στη Ρώμη, αποτυπώνοντας τη θέση της Ελλάδας τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στη διεθνή αγορά.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η Ελλάδα και η Ισπανία αποτελούν ουσιαστικά τις μόνες παραγωγικές χώρες βάμβακος στην ΕΕ, καθώς η Ιταλία και η Πορτογαλία έχουν διακόψει την παραγωγή τα προηγούμενα χρόνια. Με βάση τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά στοιχεία, η Ελλάδα παράγει περίπου τα τέσσερα πέμπτα της ενωσιακής παραγωγής, γεγονός που την καθιστά τον βασικό παραγωγό εντός Ευρώπης.
Η εικόνα διαφοροποιείται σε παγκόσμια κλίμακα, όπου η παραγωγή συγκεντρώνεται σε λίγες μεγάλες χώρες. Για το 2025, η Κίνα καλύπτει το 25,6% της παγκόσμιας παραγωγής (περίπου 30 εκατ. δεμάτια 480 lb), η Ινδία το 20,1% (23,5 εκατ. δεμάτια), η Βραζιλία το 15,6% (18,25 εκατ. δεμάτια) και οι Ηνωμένες Πολιτείες το 12% (14 εκατ. δεμάτια). Ακολουθούν το Πακιστάν, η Αυστραλία, η Τουρκία, το Ουζμπεκιστάν, η Αργεντινή και το Μάλι, με ποσοστά κάτω του 5% η καθεμία.
Στοιχεία του USDA επιβεβαιώνουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιπροσωπεύει μόλις το 1% της παγκόσμιας παραγωγής βάμβακος. Για την εμπορική περίοδο 2024/2025, η παραγωγή της ΕΕ εκτιμάται σε περίπου 1,24 εκατ. δεμάτια, εκ των οποίων περίπου 1 εκατ. αντιστοιχεί στην Ελλάδα.
Παρά το περιορισμένο μέγεθος διεθνώς, η ελληνική παραγωγή χαρακτηρίζεται από υψηλή ποιότητα και ομοιομορφία ινών, στοιχεία που την καθιστούν ελκυστική για την ευρωπαϊκή κλωστοϋφαντουργία. Αν και η Ευρώπη έχει μικρό μερίδιο στην παραγωγή πρώτης ύλης, διατηρεί ισχυρή παρουσία στα επόμενα στάδια της αλυσίδας αξίας, στην επεξεργασία, τη μεταποίηση και τη μόδα, όπου η ποιότητα και η τεχνογνωσία προσδίδουν προστιθέμενη αξία στο τελικό προϊόν.