Γιατί η ανασυγκρότηση συνδέεται εκ νέου με συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό παίκτη και τι σημαίνει αυτό για τους ήδη υπερχρεωμένους παραγωγούς
Οι μαρτυρίες που φτάνουν στο Agrocapital από τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Στερεά Ελλάδα σκιαγραφούν μια σκληρή εικόνα για την ελληνική κτηνοτροφία. Κοπάδια που θανατώθηκαν λόγω ευλογιάς, ζώα σε υποχρεωτικό εγκλεισμό και παραγωγοί χωρίς εισόδημα για μήνες συνθέτουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο συζητείται σήμερα η επόμενη ημέρα του κλάδου.
Οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι επισημαίνουν ότι η απώλεια παραγωγής συμπίπτει με αυξημένο κόστος ζωοτροφών και συσσωρευμένες οικονομικές υποχρεώσεις, γεγονός που περιορίζει δραστικά τη δυνατότητα επανεκκίνησης της κτηνοτροφίας. Παρά τις ανακοινώσεις για μέτρα ανασυγκρότησης, εκφράζουν έντονη ανησυχία ότι η λύση ενδέχεται να στηριχθεί σε τραπεζικό δανεισμό. Όπως τονίζουν, χωρίς άμεση και ουσιαστική κρατική στήριξη, ο κίνδυνος ενός νέου κύκλου χρέους παραμένει υπαρκτός.
Την ώρα που η ευλογιά έχει γονατίσει μονάδες, με ζώα σε υποχρεωτικό εγκλεισμό και απαγόρευση βόσκησης, πολλοί παραγωγοί περίμεναν μια καθαρή γραμμή κρατικής στήριξης. Αντί γι’ αυτό, βλέπουν να προωθείται ένα πρόγραμμα δανεισμού μέσω της Τράπεζα Πειραιώς. Στα χαρτιά πρόκειται για εργαλείο ρευστότητας. Στο χωράφι όμως, όπως λένε, η δανειοδότηση δεν εκλαμβάνεται ως βοήθεια αλλά ως μετακύλιση του προβλήματος στο μέλλον.
Κτηνοτρόφοι που διατηρούν ακόμη τα κοπάδια τους περιγράφουν μια καθημερινότητα ασφυκτική. Τα ζώα δεν μπορούν να εξέλθουν για βοσκή, το κόστος αγοράς ζωοτροφών αυξάνεται και η αγορά παραμένει ασταθής. Σε αυτές τις συνθήκες, τονίζουν, η ουσιαστική επιδότηση για κάλυψη ζωοτροφών θα λειτουργούσε ως ανάχωμα επιβίωσης, ενώ ένα νέο δάνειο προσθέτει βάρος σε ισολογισμούς που ήδη δοκιμάζονται. Το ερώτημα που θέτουν είναι απλό. Αν αύριο προκύψει νέα υποχρεωτική θανάτωση, ποιος θα αναλάβει το ρίσκο αποπληρωμής.
Ακόμη πιο δραματική είναι η εικόνα για όσους έχασαν ήδη τα κοπάδια τους. Περιμένουν μήνες για σαφές σχέδιο ανασύστασης, ενώ οι υποχρεώσεις τρέχουν. Δάνεια, προμηθευτές, ασφαλιστικές εισφορές, λογαριασμοί. Πολλοί περιγράφουν ότι οι λογαριασμοί έχουν κοκκινίσει και η ρευστότητα έχει εξαντληθεί. Το να προτείνεται νέο δάνειο ως αφετηρία επανεκκίνησης ερμηνεύεται από τους ίδιους ως εμβάθυνση της εξάρτησης από τον τραπεζικό δανεισμό.
Στον δημόσιο διάλογο, η σύγκριση με τα προγράμματα de minimis επανέρχεται διαρκώς. Κτηνοτρόφοι επισημαίνουν ότι τα τελευταία χρόνια σημαντικά ποσά κατευθύνθηκαν σε καλλιέργειες όπως τα ροδάκινα, ενώ περιοχές της Θεσσαλίας έλαβαν στήριξη μετά τις καταστροφές από την κακοκαιρία Daniel. Δεν αμφισβητούν την ανάγκη ενίσχυσης των πληγέντων όμως θέτουν όμως το ερώτημα της ισονομίας. Πόσα χρήματα de minimis έχουν διατεθεί συνολικά ανά κλάδο και ποια είναι η αναλογία που κατευθύνθηκε στην κτηνοτροφία.
Η ανησυχία τους συνδέεται και με μια βαθύτερη μνήμη. Η ελληνική ύπαιθρος γνωρίζει τι σημαίνει υπερχρέωση. Η εμπειρία των κόκκινων δανείων άφησε τραύματα που δεν έχουν επουλωθεί. Σε μια περίοδο όπου η βιοασφάλεια και οι ζωονόσοι απειλούν όχι μόνο την παραγωγή αλλά και την επισιτιστική επάρκεια, η μετατροπή μιας υγειονομικής κρίσης σε χρηματοοικονομικό βάρος διπλής έντασης μοιάζει για πολλούς με επικίνδυνο προηγούμενο.
Το πολιτικό διακύβευμα ξεπερνά τα όρια ενός κλαδικού αιτήματος. Η κτηνοτροφία δεν είναι απλώς παραγωγική δραστηριότητα. Είναι κρίκος της αλυσίδας τροφίμων, εργοδότης σε ορεινές και μειονεκτικές περιοχές, παράγοντας σταθερότητας στην περιφέρεια. Αν η ανασυγκρότηση βασιστεί κυρίως στη μόχλευση τραπεζικών κεφαλαίων αντί σε άμεση δημόσια στήριξη, τότε το ρίσκο μεταφέρεται στον πιο αδύναμο κρίκο της αλυσίδας.
Από τις συνομιλίες που είχε το Agrocapital με κτηνοτρόφους προκύπτει ένα κοινό αίτημα: ζητούν καθαρό σχέδιο, σαφές χρονοδιάγραμμα αποζημιώσεων και στοχευμένες επιδοτήσεις που να καλύπτουν το πραγματικό κόστος επιβίωσης και επανεκκίνησης. Θέλουν να γνωρίζουν αν το κράτος αντιμετωπίζει την κτηνοτροφία ως στρατηγικό πυλώνα ή ως ακόμη έναν τομέα που μπορεί να αναζητήσει λύσεις στην τραπεζική αγορά.
Το ερώτημα που αιωρείται δεν περιορίζεται στη διαχείριση μιας ασθένειας. Οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι επισημαίνουν ότι το κράτος δεν κατάφερε να αναχαιτίσει εγκαίρως την εξάπλωση της ευλογιάς, και ότι οι τοπικές υπηρεσίες, συχνά με ελάχιστο προσωπικό, αδυνατούν να σηκώσουν ένα τόσο σύνθετο βάρος. Όπως λένε με πικρία, η αντιμετώπιση μιας επιζωοτίας εθνικής εμβέλειας δεν μπορεί να επαφίεται σε τρεις υπαλλήλους μιας ΔΑΟΚ.
Αυτό που διακυβεύεται, συνεπώς, είναι βαθύτερο. Αφορά το ίδιο το μοντέλο στήριξης της πρωτογενούς παραγωγής στην Ελλάδα, την ικανότητα του κράτους να παρεμβαίνει έγκαιρα, να αποζημιώνει δίκαια και να αποτρέπει τη μετατροπή μιας υγειονομικής κρίσης σε χρηματοπιστωτική παγίδα. Αν η απάντηση στην απώλεια ζωικού κεφαλαίου είναι η τραπεζική μόχλευση αντί της άμεσης δημόσιας στήριξης, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται στην ύπαιθρο είναι σαφές.
Για πολλούς κτηνοτρόφους, η τελική έκβαση θα κριθεί όχι από τις ανακοινώσεις αλλά από τους αριθμούς που θα μπουν στους λογαριασμούς τους και από την ταχύτητα με την οποία θα μπορέσουν να ξαναστήσουν τα κοπάδια τους. Αν η ανασυγκρότηση σημαίνει περισσότερο χρέος σε έναν ήδη εξαντλημένο κλάδο, τότε η σημερινή κρίση δεν θα είναι αφετηρία αναγέννησης αλλά επιταχυντής αποεπένδυσης. Και τότε, το κόστος δεν θα το μετρήσουν μόνο οι κτηνοτρόφοι, αλλά ολόκληρη η αλυσίδα τροφίμων και η περιφέρεια που στηρίζεται σε αυτούς.