Έρευνα σε Ουγγαρία δείχνει περισσότερες απώλειες και μεγαλύτερο κόστος
Η αύξηση του διαθέσιμου χώρου κατά τη μεταφορά κοτόπουλων κρεοπαραγωγής δεν οδηγεί απαραίτητα σε καλύτερη ευζωία των ζώων, σύμφωνα με νέα μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε ουγγρική μονάδα παραγωγής. Τα αποτελέσματα έρχονται σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη ότι περισσότερος χώρος σημαίνει λιγότερο στρες και λιγότερους τραυματισμούς, αλλά και με πρόσφατες συστάσεις της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) για χαμηλότερη πυκνότητα μεταφοράς.
Η έρευνα εξέτασε 176.198 κοτόπουλα βαρέως τύπου Ross 308, τα οποία μεταφέρθηκαν σε απόσταση 19 χιλιομέτρων, σε θερμοκρασίες άνοιξης 7-13°C, με 33 φορτηγά. Στην ομάδα ελέγχου εφαρμόστηκε η ισχύουσα ευρωπαϊκή πυκνότητα φόρτωσης (160 cm² ανά κιλό, περίπου 5.610 πουλιά ανά φορτηγό), ενώ στη δεύτερη ομάδα εφαρμόστηκε η χαμηλότερη πυκνότητα που προτείνει η EFSA (200-210 cm² ανά κιλό, περίπου 4.334 πουλιά ανά φορτηγό).
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα κοτόπουλα που μεταφέρθηκαν με περισσότερο χώρο εμφάνισαν χειρότερους δείκτες ευζωίας. Καταγράφηκαν αυξημένη θνησιμότητα κατά την άφιξη (+69%), περισσότερα τραύματα στα φτερά (+61%), περισσότερες μελανιές (+98%) και υψηλότερο ποσοστό απορριπτόμενων σφαγίων (+38%). Σύμφωνα με τους ερευνητές, η μεγαλύτερη κινητικότητα των ζώων μέσα στα κιβώτια ενδέχεται να αύξησε τις συγκρούσεις και τους τραυματισμούς κατά τη διάρκεια της μεταφοράς.
Η μελέτη επιβεβαιώνει παρόμοια ευρήματα προηγούμενης ουγγρικής έρευνας, όπου διαπιστώθηκε ότι μικρότερος χώρος ανά ζώο μπορεί να μειώσει τις πτώσεις και τα χτυπήματα, καθώς η επαφή μεταξύ των πουλιών σταθεροποιεί τη θέση τους κατά τη μετακίνηση. Αντίστοιχα συμπεράσματα έχουν προκύψει και από μελέτες σε Καναδά, Νότια Κορέα, Πακιστάν και Βέλγιο, οι οποίες έδειξαν ότι η ιδανική πυκνότητα μεταφοράς εξαρτάται από τη θερμοκρασία και τις περιβαλλοντικές συνθήκες.
Οι ερευνητές σημειώνουν ότι η αύξηση του χώρου δεν βελτιώνει απαραίτητα βασικούς δείκτες ευζωίας υπό μέτριες θερμοκρασίες και ότι οι γενικευμένες ρυθμίσεις για μεγαλύτερο χώρο μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα. Η βέλτιστη πυκνότητα, όπως τονίζουν, πρέπει να προσαρμόζεται στην εποχή, το βάρος των ζώων και τις συνθήκες μεταφοράς.
Πέρα από την ευζωία, η χαμηλότερη πυκνότητα φόρτωσης έχει και οικονομικές και περιβαλλοντικές συνέπειες. Στην ουγγρική μελέτη, κάθε φορτηγό μετέφερε περίπου 1.300 λιγότερα πουλιά, δηλαδή 23% μικρότερη χωρητικότητα. Για τη μεταφορά της ίδιας ποσότητας απαιτήθηκαν εννέα επιπλέον δρομολόγια, αυξάνοντας κατανάλωση καυσίμων, εργατικά κόστη και λειτουργικές δαπάνες. Η χαμηλότερη πυκνότητα μείωσε την κερδοφορία της μεταφοράς κατά περισσότερο από 12% ανά κιλό κρέατος, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη βελτίωση ευζωίας.
Παράλληλα, οι επιπλέον μεταφορές αύξησαν την κατανάλωση καυσίμου και τις εκπομπές CO₂ κατά 28%. Σε ευρωπαϊκή κλίμακα, όπου μεταφέρονται εκατομμύρια κοτόπουλα κάθε εβδομάδα, μια γενικευμένη εφαρμογή χαμηλότερης πυκνότητας θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση εκπομπών, σε αντίθεση με τους στόχους μείωσης του περιβαλλοντικού αποτυπώματος.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η ευζωία των ζώων δεν μπορεί να κρίνεται μόνο από τα τετραγωνικά εκατοστά χώρου. Παράγοντες όπως η θερμοκρασία, ο αερισμός, η διάρκεια μεταφοράς, η σταθερότητα του φορτίου και η εκπαίδευση του προσωπικού παίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο. Ένα μέτρο που φαίνεται θετικό θεωρητικά μπορεί στην πράξη να οδηγήσει σε περισσότερους τραυματισμούς, υψηλότερο κόστος και μεγαλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Οι συγγραφείς της μελέτης προτείνουν η χάραξη πολιτικής να βασίζεται σε δεδομένα από διαφορετικές κλιματικές και παραγωγικές συνθήκες, αντί σε ενιαίες απαιτήσεις πυκνότητας για όλες τις περιπτώσεις. Μεγάλες συγκριτικές έρευνες σε διάφορες ευρωπαϊκές περιοχές θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διαμόρφωση πιο αποτελεσματικών κανονισμών για την ευζωία των ζώων κατά τη μεταφορά.
Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι η ευζωία των κοτόπουλων κατά τη μεταφορά είναι πολυπαραγοντικό ζήτημα και δεν εξαρτάται μόνο από τον διαθέσιμο χώρο. Οι ειδικοί τονίζουν ότι απαιτείται πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση, ώστε να επιτευχθεί ισορροπία ανάμεσα στην ευζωία των ζώων, τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων και την προστασία του περιβάλλοντος.