Οι αγορές βαμβακιού αλλάζουν κατεύθυνση μετά τον πόλεμο των δασμών, νέοι παίκτες κερδίζουν έδαφος
Ο πόλεμος των δασμών στο βαμβάκι έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει τους εμπορικούς χάρτες, να μετακινεί φορτία από λιμάνι σε λιμάνι και να αναγκάζει μεγάλους αγοραστές να επανασχεδιάζουν την εφοδιαστική τους στρατηγική. Για δεκαετίες οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούσαν σχεδόν αδιαμφισβήτητη κυριαρχία στην προμήθεια βαμβακιού Pima προς την Κίνα, τροφοδοτώντας τα κλωστήρια με ίνες υψηλής ποιότητας που αποτελούν τη βάση των εκλεκτών νημάτων. Όταν όμως οι αμοιβαίοι δασμοί και οι περιορισμοί στις εξαγωγές διέκοψαν αυτή τη σταθερή ροή, δημιουργήθηκε ένα κενό σε μια εξειδικευμένη και ιδιαίτερα απαιτητική αγορά.
Οι Κινέζοι αγοραστές κινούνται για να καλύψουν το έλλειμμα, στρέφοντας το ενδιαφέρον τους σε εναλλακτικούς προμηθευτές. Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο τις δύο υπερδυνάμεις. Θέτει και ένα σαφές ερώτημα για την Αθήνα, αν η Ελλάδα θα αρκεστεί στον ρόλο του παρατηρητή ή αν θα επιχειρήσει να τοποθετηθεί εκ νέου στον παγκόσμιο χάρτη του βαμβακιού.
Το βλέμμα στρέφεται και στην Τουρκία, έναν από τους βασικούς αγοραστές ελληνικού βαμβακιού και ταυτόχρονα σημαντική δύναμη στην κλωστοϋφαντουργία. Σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, η Τουρκία αυξάνει σε μεγάλο βαθμό τις εισαγωγές βαμβακιού από τη Βραζιλία, αναζητώντας ανταγωνιστικές τιμές και σταθερές ποσότητες. Η εξέλιξη αυτή μεταβάλλει τους όρους ανταγωνισμού στην ευρύτερη περιοχή και περιορίζει τον έως τώρα αυτονόητο ρόλο της Ελλάδας ως βασικού προμηθευτή.
Στη συγκυρία που διαμορφώνεται στη διεθνή αγορά, το ζήτημα δεν εξαντλείται στο αν θα απορροφηθεί η παραγωγή, αλλά στο κατά πόσο υπάρχει ένας διακριτός προσανατολισμός που αντιμετωπίζει το βαμβάκι ως στοιχείο εμπορικής και παραγωγικής στρατηγικής και όχι ως υπόθεση που ρυθμίζεται κυρίως μέσα από τους μηχανισμούς στήριξης. Η ελληνική βαμβακοκαλλιέργεια παραμένει ένας από τους λίγους εξαγωγικούς πυλώνες του πρωτογενούς τομέα με άμεση σύνδεση στη διεθνή βιομηχανία κλωστοϋφαντουργίας, ωστόσο η πολιτική βαρύτητα που της αποδίδεται συχνά περιορίζεται στη διαχείριση ενισχύσεων. Οι μεταβολές στο διεθνές εμπόριο δείχνουν ότι απαιτείται ευρύτερη προσέγγιση, με έμφαση στην ποιότητα, την πιστοποίηση, τη διαφοροποίηση αγορών και τη διπλωματία εμπορίου.
Η εμπειρία χωρών όπως το Ισραήλ καταδεικνύει ότι η μικρή κλίμακα δεν αποτελεί εμπόδιο όταν συνδυάζεται με τεχνολογική υπεροχή και στενή σύνδεση έρευνας και παραγωγής. Το ισραηλινό βαμβάκι Pima και το υβριδικό Ecalfi συγκαταλέγονται σταθερά στα κορυφαία παγκοσμίως ως προς το μήκος και την αντοχή των ινών, χαρακτηριστικά που καθορίζουν την απόδοση και την αξία του τελικού νήματος. Το μοντέλο αυτό ξεκίνησε ως πειραματική προσπάθεια τη δεκαετία του 1950 και εξελίχθηκε σε εξαγωγικό πυλώνα της αγροτικής οικονομίας, με την καλλιεργούμενη έκταση να φτάνει περίπου τα 650.000 dunams στις δεκαετίες του 1970 και του 1980.
Για την Ελλάδα, που διαθέτει οργανωμένες εκκοκκιστικές μονάδες και εξαγωγική εμπειρία, η συγκυρία θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή επανατοποθέτησης. Το αν το Υπουργείο θα επιλέξει να ανακατανείμει πόρους και πολιτικό βάρος προς έναν κλάδο με διεθνή προσανατολισμό μένει να φανεί. Ο πόλεμος των δασμών δεν δημιουργεί αυτόματα νικητές, δημιουργεί όμως κενά, και σε μια αγορά όπου οι ροές αλλάζουν γρήγορα, το πλεονέκτημα ανήκει συνήθως σε όσους κινούνται έγκαιρα.