Λιπάσματα: Πτώση άνω του 80% στις εισαγωγές αζωτούχων στην ΕΕ τον Ιανουάριο

Η εφαρμογή του CBAM από 1ης Ιανουαρίου 2026 αυξάνει το κόστος άνθρακα στα εισαγόμενα προϊόντα και μετακυλίεται στην αγροτική παραγωγή

Η ευρωπαϊκή αγορά λιπασμάτων ξεκίνησε το 2026 με σημαντική μεταβολή, καθώς οι εισαγωγές αζωτούχων λιπασμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον Ιανουάριο μειώθηκαν κατά περισσότερο από 80% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025, από πάνω από ένα εκατομμύριο τόνους σε περίπου 190.000. Η εξέλιξη συμπίπτει με την πλήρη εφαρμογή, από 1ης Ιανουαρίου 2026, του τελικού καθεστώτος του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), που επιβάλλει κόστος άνθρακα και στα εισαγόμενα λιπάσματα.

Τα αζωτούχα λιπάσματα αντιστοιχούν σχεδόν στο 50% της συνολικής κατανάλωσης λιπασμάτων στην ΕΕ, μεγάλο μέρος της οποίας καλύπτεται από τρίτες χώρες. Η απότομη μείωση των εισαγωγών περιορίζει τη διαθεσιμότητα και ενισχύει τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές, σε μια περίοδο που οι παραγωγοί λαμβάνουν κρίσιμες αποφάσεις για τη λίπανση των καλλιεργειών τους.

Επιπτώσεις σε παραγωγούς και αγορά

Το λίπασμα αποτελεί βασικό συντελεστή παραγωγής για τον αγρότη. Όταν αυξάνεται το κόστος ή μειώνεται η διαθεσιμότητα, οι δόσεις εφαρμογής περιορίζονται, γεγονός που οδηγεί σε χαμηλότερες αποδόσεις και τελικά σε μειωμένη παραγωγή. Το πρόσθετο κόστος από το CBAM ενσωματώνεται στην αλυσίδα: εισαγωγείς και διανομείς το μετακυλίουν στις τιμές, ενώ οι αγροτικές τιμές δεν προσαρμόζονται με τον ίδιο ρυθμό, συμπιέζοντας το καθαρό εισόδημα των παραγωγών.

Στην Ελλάδα, όπου η γεωργία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενα αζωτούχα λιπάσματα, το νέο καθεστώς συνοδεύεται και από διοικητικές υποχρεώσεις. Η ΑΑΔΕ έχει θέσει ως προθεσμία την 31η Μαρτίου για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αδειοδότησης εισαγωγών στο πλαίσιο του CBAM, αυξάνοντας το βάρος συμμόρφωσης για τις επιχειρήσεις.

Σενάρια στήριξης

Η εξέλιξη επαναφέρει τη συζήτηση για κρατικές παρεμβάσεις, όπως εκείνες που εφαρμόστηκαν μετά την ενεργειακή κρίση του πολέμου στην Ουκρανία, όταν λήφθηκαν μέτρα στήριξης για την αντιστάθμιση του κόστους λιπασμάτων. Με τις εισαγωγές μειωμένες και την αγορά υπό πίεση, εξετάζεται η ανάγκη αντίστοιχων εργαλείων ώστε να μην μεταφερθεί το σύνολο της επιβάρυνσης στον πρωτογενή τομέα.

Η μείωση της λίπανσης λόγω κόστους μπορεί να περιορίσει την παραγωγή σε ευρωπαϊκή κλίμακα, επηρεάζοντας την ανταγωνιστικότητα της γεωργίας και τη σταθερότητα της προσφοράς τροφίμων, σε μια περίοδο μετάβασης σε χαμηλότερες εκπομπές άνθρακα.