Η αγορά βιολογικών τροφίμων στην Ιταλία πλησιάζει τα 7 δισ. ευρώ

Η ζήτηση αυξάνεται ταχύτερα από την παραγωγή, με βασικό ρόλο για το ελαιόλαδο, το κρασί και τα ζυμαρικά

Στα 6,9 δισ. ευρώ διαμορφώθηκε το 2025 η αξία της αγοράς βιολογικών τροφίμων στην Ιταλία, καταγράφοντας αύξηση 6,2% σε σύγκριση με το 2024. Την ίδια στιγμή, οι εξαγωγές ιταλικών βιολογικών προϊόντων αυξήθηκαν κατά 174% την τελευταία δεκαετία, φτάνοντας τα 3,9 δισ. ευρώ το 2024.

Η κατανάλωση βιολογικών προϊόντων επεκτείνεται και εκτός σπιτιού, καθώς οι δαπάνες σε μπαρ, εστιατόρια και άλλους χώρους εστίασης αντιπροσωπεύουν πλέον το 20% της συνολικής αξίας του τομέα. Μεταξύ των προϊόντων που χρησιμοποιούνται συχνότερα στη μαζική εστίαση συγκαταλέγεται και το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο.

Σε επίπεδο λιανικής αγοράς, οι μεγάλες αλυσίδες τροφίμων καλύπτουν περίπου το 64% των πωλήσεων βιολογικών προϊόντων. Τα εξειδικευμένα καταστήματα βιολογικών τροφίμων αντιπροσωπεύουν το 20% των πωλήσεων, καταγράφοντας αύξηση 7,5% σε ετήσια βάση.

Τα βιολογικά προϊόντα συνέχισαν να υπεραποδίδουν σε σχέση με τη συνολική αγορά τροφίμων το 2025. Η αξία των πωλήσεών τους αυξήθηκε κατά 4,9%, έναντι 2,9% για το σύνολο της αγοράς τροφίμων, ενώ οι όγκοι πωλήσεων αυξήθηκαν κατά 3,6%, έναντι 0,8% συνολικά.

Παρά την αυξημένη ζήτηση, μόνο το 25% των λιανοπωλητών διεύρυνε τις σειρές βιολογικών προϊόντων του κατά τουλάχιστον 2%. Η ανάπτυξη του κλάδου φαίνεται να στηρίζεται κυρίως στη μεγαλύτερη διείσδυση στους καταναλωτές και στην ταχύτερη κυκλοφορία προϊόντων, παρά σε σημαντική αύξηση του χώρου που καταλαμβάνουν στα ράφια.

Οι καταναλωτές επιλέγουν βιολογικά προϊόντα κυρίως επειδή τα θεωρούν πιο υγιεινά, ηθικά και βιώσιμα. Αντίστοιχα, οι επιχειρήσεις εστίασης τα χρησιμοποιούν συχνά για να ενισχύσουν το ποιοτικό προφίλ των υπηρεσιών τους και να προσελκύσουν πελάτες που αναζητούν πιο υγιεινές και βιώσιμες επιλογές.

Ωστόσο, σημαντικό μέρος των επαγγελματιών του κλάδου δηλώνει ότι δεν διαθέτει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα βιολογικά προϊόντα, όπως την προέλευση, τις μεθόδους παραγωγής και τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον και στην υγεία. Το γεγονός αυτό επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται στους καταναλωτές, καθώς παρότι το 86% των επιχειρήσεων εστίασης χρησιμοποιεί τουλάχιστον ένα βιολογικό συστατικό, συχνά αυτό δεν αναφέρεται στα μενού.

Παράλληλα, η αυξανόμενη ευαισθητοποίηση των καταναλωτών δεν μεταφράζεται πάντα σε αγορές, ακόμη και για βασικά προϊόντα όπως το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο. Στην αγορά ελαιολάδου, τα βιολογικά προϊόντα αντιπροσωπεύουν περίπου το 5,7% των πωλήσεων εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου, ενώ μόνο στη μεγάλη λιανική οι πωλήσεις βιολογικού εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου έφτασαν τα 70,5 εκατ. ευρώ το 2025.

Η τιμή εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εμπόδιο για την περαιτέρω ανάπτυξη της αγοράς. Περίπου το 64% των ιδιοκτητών μπαρ και εστιατορίων θεωρεί τις τιμές των βιολογικών προϊόντων υψηλές, ενώ πολλοί επαγγελματίες αναφέρουν ότι είναι δύσκολο να εξηγηθούν στους καταναλωτές οι πρακτικές διαφορές μεταξύ συμβατικών και βιολογικών προϊόντων.

Παράλληλα, ανταγωνισμό δημιουργεί και η αυξανόμενη προτίμηση σε τοπικά προϊόντα, τα οποία συχνά προωθούνται ως εναλλακτική επιλογή.

Την ίδια στιγμή, τόσο οι εκτάσεις βιολογικής καλλιέργειας όσο και η κατανάλωση βιολογικών προϊόντων συνεχίζουν να αυξάνονται. Το 2025, το 93% των περίπου 24 εκατομμυρίων ιταλικών νοικοκυριών αγόρασε βιολογικά τρόφιμα τουλάχιστον μία φορά, έναντι 53% το 2014.

Ωστόσο, οι τακτικές αγορές παραμένουν συγκεντρωμένες σε μικρότερο αριθμό καταναλωτών. Περισσότερο από το μισό των οικογενειών αγοράζει βιολογικά προϊόντα συστηματικά, ενώ περίπου το 66% των συνολικών πωλήσεων πραγματοποιείται από μόλις το 20% των νοικοκυριών.

Η αυξανόμενη ζήτηση δείχνει έναν δυναμικό κλάδο, ωστόσο η παραγωγή φαίνεται να ακολουθεί με πιο αργούς ρυθμούς, γεγονός που δημιουργεί την πρόκληση να καλυφθεί η αυξανόμενη κατανάλωση χωρίς να αυξηθούν οι εισαγωγές.