Κάτω από το κόστος παραγωγής η τιμή που φέρεται να προτάθηκε – Προβληματισμός και για πρακτικές πληρωμής σε εφόδια
Μια πληροφορία που έφτασε στο Agrocapital αποκαλύπτει με τρόπο σχεδόν ωμό την πραγματική ισορροπία δύναμης στην αγορά. Σύμφωνα με όσα μας έγιναν γνωστά, μεγαλέμπορος ρυζιού και όχι μόνο, φέρεται να προσέφερε σε παραγωγό τιμή μόλις 0,15 ευρώ το κιλό για το προϊόν, μια τιμή που ακόμη και με τα πιο συντηρητικά δεδομένα κόστους παραγωγής βρίσκεται πολύ κάτω από το όριο βιωσιμότητας για την καλλιέργεια.
Ωστόσο οι πληροφορίες που λάβαμε δεν σταματούν. Εκεί όπου ο αγρότης θα περίμενε μια δύσκολη, αλλά τουλάχιστον καθαρή εμπορική διαπραγμάτευση, η πραγματικότητα φαίνεται ακόμη πιο σκληρή. Η πρόταση δεν αφορούσε άμεση πληρωμή σε χρήμα, αλλά σύμφωνα με όσα μεταφέρθηκαν στο Agrocapital, η εξόφληση θα μπορούσε να γίνει σε εφόδια, μετατρέποντας ουσιαστικά την παραγωγή ενός ολόκληρου έτους σε μια μορφή ανταλλαγής που θυμίζει άλλες δεκαετίες της αγροτικής αγοράς!
Που είναι η Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Ελληνικού Ρυζιού να παρεμβαίνει σε αντίστοιχες καταστάσεις;
Για όσους γνωρίζουν τη δομή της αγοράς ρυζιού στην Ελλάδα, το περιστατικό δεν προκαλεί έκπληξη αλλά ανησυχία. Στις βασικές ζώνες παραγωγής της χώρας, ιδιαίτερα στην Κεντρική Μακεδονία και στην ευρύτερη περιοχή της Χαλάστρας όπου συγκεντρώνεται μεγάλο μέρος της ελληνικής ρυζοπαραγωγής, το κόστος παραγωγής έχει αυξηθεί αισθητά τα τελευταία δύο χρόνια. Η άνοδος στις τιμές των λιπασμάτων, της ενέργειας, της άρδευσης και των γεωργικών εισροών έχει οδηγήσει πολλούς αγρότες να τονίζουν ότι το πραγματικό κόστος παραγωγής κυμαίνεται πλέον κοντά στα 0,22 έως 0,25 ευρώ το κιλό, ανάλογα με την ποικιλία και την απόδοση του χωραφιού.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μια προσφορά στα 0,15 ευρώ το κιλό δεν αποτελεί απλώς χαμηλή τιμή αγοράς. Για έναν παραγωγό σημαίνει ότι ένα ολόκληρο καλλιεργητικό έτος καταλήγει σε καθαρή ζημία. Σημαίνει ότι το κόστος σπόρου, λίπανσης, άρδευσης και καυσίμων δεν καλύπτεται καν από το προϊόν που βγαίνει από το χωράφι.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η πρακτική της πληρωμής σε εφόδια. Όταν η αγορά μετατρέπει την αγροτική παραγωγή σε μέσο ανταλλαγής και όχι σε πραγματικό εισόδημα, τότε η σχέση παραγωγού και εμπόρου μετατοπίζεται από την εμπορική διαπραγμάτευση σε μια σχέση εξάρτησης. Ο αγρότης δεν πληρώνεται για το προϊόν του αλλά επιστρέφει ξανά στον ίδιο κύκλο αγοράς εισροών, χωρίς πραγματική ρευστότητα και χωρίς δυνατότητα επιλογής.
Το περιστατικό φωτίζει ένα δομικό -πολιτικό- πρόβλημα που συζητείται εδώ και χρόνια στην ελληνική αγροτική οικονομία αλλά σπάνια αποτυπώνεται με τόσο καθαρούς όρους. Όταν η παραγωγή παραμένει κατακερματισμένη και η εμπορία συγκεντρώνεται σε λίγους ισχυρούς παίκτες, η αγορά δεν λειτουργεί πάντα ως χώρος ισορροπημένης διαπραγμάτευσης. Συχνά μετατρέπεται σε ένα σύστημα όπου οι όροι καθορίζονται μονομερώς και εις βάρους της άλλης πλευράς.
Και ενώ σε πολιτικό επίπεδο οι αναφορές στην περιφερειακή ανάπτυξη, στην ανθεκτικότητα της αγροτικής οικονομίας και στη στήριξη της παραγωγής γεμίζουν ομιλίες και στρατηγικά σχέδια, η πραγματικότητα που φτάνει από το χωράφι είναι διαφορετική. Όταν ένας παραγωγός καλείται να πουλήσει την παραγωγή του κάτω από το κόστος και να πληρωθεί όχι σε χρήμα αλλά σε εφόδια, τότε η έννοια της αγροτικής ανάπτυξης μοιάζει περισσότερο με θεωρητική υπόσχεση παρά με οικονομική πραγματικότητα.
Η πληροφορία αυτή βρίσκεται ήδη υπό δημοσιογραφική διερεύνηση από το Agrocapital. Η υπόθεση δεν αφορά μόνο μια χαμηλή τιμή αγοράς αλλά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί συνολικά η αγορά ρυζιού, μια αγορά που για πολλές αγροτικές περιοχές της χώρας αποτελεί βασικό πυλώνα εισοδήματος.
Το Agrocapital θα συνεχίσει να παρακολουθεί το θέμα στενά και να ενημερώνει τους αναγνώστες του. Γιατί πίσω από κάθε τιμή παραγωγού δεν βρίσκεται απλώς μια συναλλαγή αλλά η οικονομική επιβίωση ολόκληρων αγροτικών περιοχών.