Προειδοποίηση από τον πρόεδρο της ΕΔΟΦ για τις επιπτώσεις των θανατώσεων ζώων και της ευλογιάς
Τον κίνδυνο σημαντικής μείωσης της παραγωγής φέτας φέτος, έως και κατά 20.000 τόνους, επισήμανε ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Φέτας (ΕΔΟΦ) Μιχάλης Σαράντης, μιλώντας σήμερα στη Διακομματική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τον Πρωτογενή Τομέα.
Ο κ. Σαράντης ανέφερε ότι οι μαζικές θανατώσεις ζώων και η μείωση της παραγωγής πρόβειου γάλακτος από τον Οκτώβριο δημιουργούν σοβαρές πιέσεις στην παραγωγή φέτας. Όπως εξήγησε, έχουν καταγραφεί περίπου 500.000 θανατώσεις ζώων, εκ των οποίων περίπου το 50% ήταν γαλακτοφόρα, το 30% ζώα που θα έμπαιναν στην παραγωγή και το 20% νέες γεννήσεις.
«Από την 1η Οκτωβρίου και μετά το γάλα είναι μειωμένο. Με τα στοιχεία που έχουμε μέχρι και τον Ιανουάριο, υπάρχει πιθανότητα η φετινή παραγωγή φέτας να είναι μειωμένη κατά 15.000 έως 20.000 τόνους», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η ακριβής εικόνα θα αποσαφηνιστεί το επόμενο εξάμηνο.
Απαντώντας σε ερωτήσεις των βουλευτών, ο πρόεδρος της ΕΔΟΦ αναφέρθηκε στην εξάπλωση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων, η οποία εμφανίστηκε στη χώρα το καλοκαίρι του 2024.
Όπως ανέφερε, η νόσος εισήλθε από την Τουρκία μέσω της Αλεξανδρούπολης και στη συνέχεια εμφανίστηκε στην Κομοτηνή, ενώ εκτίμησε ότι έπρεπε να είχαν ληφθεί αυστηρά μέτρα περιορισμού από την αρχή. «Θα έπρεπε ουσιαστικά να δημιουργηθεί δεύτερη γραμμή άμυνας στα σύνορα Κομοτηνής – Ξάνθης», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι η ασθένεια εξαπλώθηκε στη συνέχεια μέσω παράνομων μεταφορών ζώων και ζωοτροφών.
Ο ίδιος τόνισε ότι η ευλογιά αποτελεί δύσκολα ελεγχόμενη ζωονόσο, καθώς μπορεί να επιβιώσει στο περιβάλλον έως και έξι μήνες, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την εξάλειψή της.
Ο κ. Σαράντης αναφέρθηκε επίσης στη συμφωνία MERCOSUR και στις πιθανές επιπτώσεις της για τη φέτα, υποστηρίζοντας ότι το ελληνικό προϊόν δεν απειλείται. Όπως είπε, οι εξαγωγές φέτας προς τη Λατινική Αμερική ανέρχονται σήμερα μόλις σε περίπου 30 τόνους, όταν η Γερμανία εισάγει περισσότερους από 25.000 τόνους.
«Να γίνουν ακόμη και 100 συμφωνίες MERCOSUR, η φέτα δεν θα έχει κανένα πρόβλημα», ανέφερε, προσθέτοντας ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το προϊόν προέρχεται από περιπτώσεις νοθείας.
Όπως δήλωσε, η ΕΔΟΦ θα είναι «αμείλικτη» απέναντι σε περιστατικά νοθείας, σημειώνοντας ότι σε περίπτωση εντοπισμού παραβάσεων θα επιδιώκεται η αφαίρεση της άδειας παραγωγής φέτας, ενώ σε περίπτωση υποτροπής η απαγόρευση θα φτάνει έως και τα πέντε έτη.
Ο πρόεδρος της ΕΔΟΦ επισήμανε ότι περισσότερο από το 50% των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων ενδέχεται να λειτουργεί χωρίς τις απαιτούμενες άδειες, παρά το γεγονός ότι διαθέτουν κωδικό παραγωγής. Αυτό, όπως είπε, δημιουργεί ζητήματα τόσο στη βιοασφάλεια όσο και στη δυνατότητα ελέγχου των μονάδων.
Παράλληλα υπογράμμισε ότι σήμερα δεν υπάρχει σαφής εικόνα για το πραγματικό ζωικό κεφάλαιο της χώρας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, στην Ελλάδα υπάρχουν περίπου 16 εκατομμύρια πρόβατα και 2,8 εκατομμύρια κατσίκια. Ωστόσο, η ΕΔΟΦ εκτιμά ότι τα πρόβατα είναι περίπου 7 εκατομμύρια και οι αίγες μεταξύ 1,5 και 2 εκατομμυρίων.
Για τον λόγο αυτό, πρότεινε την καταγραφή του ζωικού κεφαλαίου και την ενίσχυση των ελέγχων, επισημαίνοντας ότι οι περιφερειακές υπηρεσίες είναι υποστελεχωμένες και ότι στη διαδικασία θα μπορούσαν να συμμετάσχουν και ιδιώτες κτηνίατροι εκτροφής.
Ο κ. Σαράντης υπογράμμισε ότι η υπεραξία του πρόβειου και κατσικίσιου γάλακτος συνδέεται άμεσα με την παραγωγή φέτας. Όπως ανέφερε, πριν από λίγα χρόνια η παραγωγή κυμαινόταν μεταξύ 65.000 και 70.000 τόνων, ενώ τα στοιχεία για το 2025 δείχνουν παραγωγή περίπου 140.000 τόνων.
Από αυτή την ποσότητα, περίπου 85.000 τόνοι εξάγονται, συμβάλλοντας στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας με περίπου 1 δισ. ευρώ εισροή συναλλάγματος.
Όπως τόνισε, η Πολιτεία θα πρέπει να στηρίξει τους κτηνοτρόφους που παράγουν την πρώτη ύλη για τη φέτα, ενώ η ΕΔΟΦ συνεχίζει τις πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της προβολής του προϊόντος στις διεθνείς αγορές.