Κανένα δάνειο δεν μπορεί να διορθώσει μια ζημιογόνα καλλιέργεια
Στην ελληνική γεωργία, το ζήτημα της ρευστότητας επιστρέφει για ακόμη μία φορά στο επίκεντρο της συζήτησης. Τις τελευταίες εβδομάδες, τράπεζες και αρμόδιοι φορείς προωθούν μια νέα δέσμη χρηματοδοτικών εργαλείων για τον αγροδιατροφικό τομέα, με στόχο την κινητοποίηση περίπου 365 εκατομμυρίων ευρώ μέσω μιας νέας τραπεζικής χρηματοδότησης. Στα χαρτιά, η πρωτοβουλία παρουσιάζεται ως μια ευκαιρία για φθηνότερο δανεισμό και μεγαλύτερη πρόσβαση σε κεφάλαιο για παραγωγούς και αγροτικές επιχειρήσεις.
Η πραγματικότητα της αγροτικής οικονομίας, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη. Σε μια περίοδο όπου το κόστος παραγωγής παραμένει υψηλό και οι τιμές πολλών βασικών προϊόντων κινούνται σε επίπεδα που συχνά δεν καλύπτουν πλήρως τα έξοδα της καλλιέργειας, το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο φθηνό είναι το χρήμα, αλλά αν η ίδια η παραγωγή μπορεί να αποδώσει το εισόδημα που απαιτείται για να αποπληρωθεί. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης. Το χαμηλότερο επιτόκιο από μόνο του δεν αρκεί, όταν η βάση της παραγωγής παραμένει οικονομικά εύθραυστη.
Τα νέα εργαλεία δανεισμού στηρίζονται σε τρεις βασικούς πυλώνες. Το Ταμείο Εγγυοδοσίας Αγροδιατροφικού Τομέα, προϋπολογισμού 250 εκατομμυρίων ευρώ, προβλέπει δάνεια από 25.000 έως 3.500.000 ευρώ με επιδότηση επιτοκίου 4% για τα πρώτα τέσσερα χρόνια. Το Ταμείο Εγγυοδοσίας Γεωργών Νεαρής Ηλικίας, με προϋπολογισμό 20 εκατομμύρια ευρώ, απευθύνεται σε παραγωγούς έως 41 ετών και προβλέπει σημαντική ενίσχυση στο ύψος του δανείου. Παράλληλα, το Ταμείο Μικρών Δανείων Αγροτικής Επιχειρηματικότητας ΙΙ, ύψους 95 εκατομμυρίων ευρώ, αφορά μικρότερα δάνεια έως 50.000 ευρώ, με το μισό ποσό άτοκο και πλήρη επιδότηση επιτοκίου για τα πρώτα δύο χρόνια.
Στο τραπεζικό αφήγημα, τα εργαλεία αυτά παρουσιάζονται ως μοχλός επενδύσεων και ενίσχυσης της ρευστότητας στον πρωτογενή τομέα. Στην πραγματική οικονομία όμως, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει διαφορετικό. Όταν το περιθώριο κέρδους μιας καλλιέργειας είναι ήδη οριακό ή αρνητικό, ακόμη και το φθηνό χρήμα μπορεί να μετατραπεί σε έναν μηχανισμό που απλώς χρηματοδοτεί τη ζημιά.
Στο βαμβάκι, μια καλλιέργεια που χαρακτηρίζει μεγάλες ζώνες της ελληνικής γεωργίας, η αριθμητική είναι αμείλικτη. Με τιμή σύσπορου 0,48 ευρώ το κιλό και μέση απόδοση 320 κιλά ανά στρέμμα, το έσοδο διαμορφώνεται περίπου στα 153,60 ευρώ ανά στρέμμα. Το κόστος καλλιέργειας, που περιλαμβάνει σπόρο, λίπανση, φυτοπροστασία, καύσιμα, άρδευση, εργασία, συγκομιδή και μεταφορά, φτάνει εύκολα τα 240 ευρώ ανά στρέμμα. Το αποτέλεσμα πριν από οποιαδήποτε ενίσχυση είναι μείον 86,40 ευρώ ανά στρέμμα. Ακόμη και αν προστεθεί μια συνδεδεμένη ενίσχυση της τάξης των 70 ευρώ ανά στρέμμα, το ισοζύγιο παραμένει αρνητικό κατά 16,40 ευρώ ανά στρέμμα, πριν πληρωθεί οποιοσδήποτε τόκος.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο αρχίζει και η παγίδα του δανεισμού. Αν ο παραγωγός χρηματοδοτήσει το κόστος των 240 ευρώ ανά στρέμμα με κεφάλαιο κίνησης για έξι μήνες, με επιτόκιο 4,5%, ο τόκος ανέρχεται περίπου σε 5,40 ευρώ ανά στρέμμα. Το αποτέλεσμα μετατρέπεται έτσι σε μείον 21,80 ευρώ ανά στρέμμα. Με επιτόκιο 7% ο τόκος φτάνει περίπου τα 8,40 ευρώ ανά στρέμμα, και το τελικό ισοζύγιο γίνεται μείον 24,80 ευρώ ανά στρέμμα. Η αριθμητική αυτή αποκαλύπτει ένα θεμελιώδες πρόβλημα. Όταν το προϊόν από μόνο του δεν παράγει θετικό περιθώριο, ακόμη και το φθηνό χρήμα απλώς χρηματοδοτεί τη ζημιά.
Στο σιτάρι η εικόνα είναι διαφορετική, αλλά εξίσου αυστηρή. Με τιμή παραγωγού 280 ευρώ ανά τόνο και απόδοση περίπου 400 κιλά ανά στρέμμα, το κόστος παραγωγής των 130 ευρώ ανά στρέμμα μεταφράζεται σε περίπου 325 ευρώ ανά τόνο. Το αποτέλεσμα πριν από ενισχύσεις είναι μείον 45 ευρώ ανά τόνο. Αν το κόστος αυτό χρηματοδοτηθεί με δανεισμό για έξι μήνες, με επιτόκιο 4,5%, ο τόκος προσθέτει περίπου 7,31 ευρώ ανά τόνο. Με επιτόκιο 7%, η επιβάρυνση φτάνει περίπου τα 11,38 ευρώ ανά τόνο. Για να καλυφθεί απλώς το άμεσο κόστος παραγωγής, η τιμή θα έπρεπε να φτάσει περίπου τα 325 ευρώ ανά τόνο, ενώ για να καλυφθεί και το κόστος χρήματος θα έπρεπε να ξεπεράσει τα 333 ευρώ ανά τόνο.
Η πραγματική πίεση, ωστόσο, δεν προκύπτει μόνο από το επιτόκιο. Προκύπτει από τον χρόνο. Αν οι ενισχύσεις καθυστερήσουν, ακόμη και για λίγους μήνες, το ταμειακό κενό μεγαλώνει. Ο παραγωγός πληρώνει καύσιμα, εφόδια και υποχρεώσεις χωρίς να έχει ακόμη εισπράξει το εισόδημα που συνήθως γεφυρώνει το έλλειμμα. Σε αυτές τις συνθήκες, συχνά αναγκάζεται να πουλήσει νωρίτερα την παραγωγή του για να εξασφαλίσει ρευστότητα. Αν, στο παράδειγμα του σιταριού, η τιμή πέσει από τα 280 στα 260 ευρώ ανά τόνο για λόγους ταμειακής πίεσης, η ζημιά διευρύνεται άμεσα πάνω από 65 ευρώ ανά τόνο, χωρίς να συνυπολογιστεί το κόστος χρηματοδότησης.
Αυτή η οικονομική πραγματικότητα εξηγεί γιατί τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και όχι ως αυτονόητη λύση. Το δάνειο μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο ανάπτυξης μόνο όταν η ίδια η καλλιέργεια παράγει καθαρό θετικό αποτέλεσμα πριν από τόκους. Όταν το περιθώριο είναι οριακό ή αρνητικό, το δάνειο δεν διορθώνει το πρόβλημα. Το επιταχύνει.
Η ψυχρή χρηματοπιστωτική λογική είναι απλή, αλλά συχνά παραβλέπεται μέσα στη δημόσια συζήτηση για τη στήριξη του πρωτογενούς τομέα. Κανένα δάνειο δεν μπορεί να θεραπεύσει μια ζημιογόνα καλλιέργεια. Αν το θετικό αποτέλεσμα εμφανίζεται μόνο όταν η τιμή βρίσκεται στο ανώτερο επίπεδο της αγοράς, όταν η παραγωγή είναι εξαιρετική και όταν οι ενισχύσεις πληρωθούν στην ώρα τους, τότε η εκμετάλλευση δεν αντέχει νέο χρέος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η πραγματική στρατηγική δεν είναι η αύξηση του δανεισμού, αλλά η μείωση του κόστους, η αναδιάρθρωση της παραγωγής και η εξασφάλιση τιμής πώλησης που κλειδώνει περιθώριο πριν ακόμη ξεκινήσει η καλλιεργητική περίοδος.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση για τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία δεν μπορεί να γίνεται αποκομμένα από τη συζήτηση για τη δομή της ίδιας της ελληνικής γεωργίας. Η ρευστότητα είναι αναγκαία, αλλά δεν είναι θεραπεία από μόνη της. Όταν οι αγορές παραμένουν ασταθείς, όταν το κόστος παραγωγής επιμένει σε υψηλά επίπεδα και όταν οι ενισχύσεις λειτουργούν ως κρίσιμο στήριγμα του εισοδήματος, κάθε νέα δανειακή γραμμή χρειάζεται να αξιολογείται όχι ως πολιτική ανακοίνωση, αλλά ως αυστηρή οικονομική πράξη.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη αλήθεια για το ελληνικό χωράφι σήμερα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι λείπουν τα χρηματοδοτικά εργαλεία. Το πρόβλημα είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις λείπει ακόμη η παραγωγική εκείνη βάση που θα επέτρεπε στο χρήμα να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης και όχι ως παράταση της πίεσης. Αν η νέα πίστωση δεν συνοδευτεί από καλύτερες τιμές, χαμηλότερο κόστος, ταχύτερες πληρωμές και πιο σταθερούς όρους αγοράς, τότε ο κίνδυνος είναι σαφής. Το φθηνότερο χρήμα δεν θα αλλάξει τη μοίρα της εκμετάλλευσης. Θα την κρατήσει απλώς λίγο περισσότερο όρθια, μέχρι να φανεί ξανά, με ακόμη μεγαλύτερη ένταση, η αδυναμία του ίδιου του παραγωγικού μοντέλου.