Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποκαλύπτουν ότι η χαμηλή ποικιλομορφία καλλιεργειών αυξάνει το ρίσκο για τους αγρότες, τι σημαίνει αυτό για το εισόδημα και τις επιλογές τους
Η νέα ανάλυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, βασισμένη σε δορυφορικά δεδομένα Copernicus υψηλής ανάλυσης για την περίοδο 2017 έως 2023, καταγράφει για πρώτη φορά με ενιαίο τρόπο την ποικιλομορφία καλλιεργειών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε 1.166 περιφέρειες και δεκάδες χιλιάδες δήμους, η γεωργία μετριέται όχι με στρέμματα αλλά με επιλογές.
Στην Ευρώπη, ένας μέσος αγρότης καλλιεργεί περίπου 4 έως 5 διαφορετικές καλλιέργειες στο χωράφι του. Με την πρώτη ματιά αυτό δείχνει μια κάποια ισορροπία. Στην πράξη όμως η εικόνα είναι πολύ διαφορετική. Υπάρχουν περιοχές όπου οι αγρότες δουλεύουν με πολλές καλλιέργειες, πάνω από 5 ή 6, άρα μοιράζουν το ρίσκο τους. Αν πέσει η τιμή ή χαθεί η παραγωγή σε μία, έχουν εισόδημα από τις άλλες.
Την ίδια στιγμή, σε ένα μεγάλο κομμάτι της Ευρώπης, οι παραγωγοί καλλιεργούν μόλις 2 ή 3 προϊόντα, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις βασίζονται σχεδόν σε μία μόνο καλλιέργεια. Αυτό σημαίνει κάτι πολύ απλό. Όσο λιγότερες καλλιέργειες έχεις, τόσο περισσότερο εξαρτάσαι από μία τιμή, έναν καιρό και μία αγορά. Και εκεί είναι που το ρίσκο μεγαλώνει πραγματικά.
Αυτό σημαίνει κάτι πολύ απλό για τον παραγωγό. Σε ένα μεγάλο κομμάτι της Ευρώπης, το εισόδημα δεν εξαρτάται από τη γεωργία συνολικά, αλλά από την τιμή, την αγορά, και τον καιρό. Όταν αυτός ο ένας παράγοντας αλλάξει, δεν υπάρχει καμία γραμμή άμυνας.
Η γεωγραφία αυτής της ανισότητας είναι εξίσου αποκαλυπτική. Περιοχές όπως η Νοτιοανατολική Γαλλία, η Κεντρική Ιταλία, η Νότια Γερμανία και η Δυτική Πολωνία εμφανίζουν υψηλή ποικιλομορφία, αποτέλεσμα μικρότερων εκμεταλλεύσεων, μικτών συστημάτων και παραδοσιακών εναλλαγών καλλιεργειών. Στον αντίποδα, περιοχές όπως η Ιρλανδία, τμήματα της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, αλλά και η Νότια Ελλάδα, εμφανίζουν χαμηλή ποικιλομορφία, είτε λόγω εξειδίκευσης είτε λόγω κυριαρχίας μόνιμων καλλιεργειών.
Πίνακας 1 – Δομή ποικιλομορφίας καλλιεργειών στην ΕΕ (2017–2023)
| Δείκτης | Τιμή |
|---|---|
| Μέσος δείκτης ποικιλομορφίας (NUTS3) | 4.6 |
| Διάμεσος | 4.9 |
| Υψηλή ποικιλομορφία (>5.9) | 25% των περιοχών |
| Χαμηλή ποικιλομορφία (<3.4) | 25% των περιοχών |
| Σχεδόν μονοκαλλιέργεια (<1.5) | 21% των περιοχών |
Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, DG AGRI, Copernicus
Η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν συνδεθεί με τη δομή της ευρωπαϊκής γεωργίας. Το 50.5% των περιοχών αποτελείται από βοσκοτόπια, το 31.1% από σιτάρι και μόλις το 1.1% από ελαιώνες, που όμως συγκεντρώνονται γεωγραφικά και δημιουργούν υψηλή εξάρτηση.
Πίνακας 2 – Κυρίαρχες καλλιέργειες στην ΕΕ
| Καλλιέργεια | Ποσοστό κυριαρχίας |
|---|---|
| Βοσκότοποι | 50.5% |
| Σιτάρι | 31.1% |
| Καλαμπόκι | 8.6% |
| Κριθάρι | 3.2% |
| Αμπέλια | 2.3% |
| Ελιές | 1.1% |
Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, DG AGRI
Η Ευρώπη, με άλλα λόγια, δεν είναι τόσο διαφοροποιημένη όσο δείχνει η εικόνα της αγοράς. Είναι συγκεντρωμένη, και σε ορισμένες περιπτώσεις επικίνδυνα.
Ωστόσο, η τάση δεν είναι μονοσήμαντη. Μεταξύ 2017 και 2023, οι εκτάσεις χαμηλής ποικιλομορφίας μειώθηκαν κατά 2,8% σε επίπεδο ΕΕ, από 24,8 σε 22,3 εκατομμύρια εκτάρια, δείχνοντας μια αργή αλλά υπαρκτή μετατόπιση. Οι πιο εντυπωσιακές βελτιώσεις καταγράφονται σε χώρες της Μεσογείου. Η Κύπρος μειώνει τις χαμηλής ποικιλομορφίας εκτάσεις κατά 12.2%, η Ιταλία κατά 4.8%, η Μάλτα καταγράφει μείωση 31,4% ενώ άλλες χώρες κινούνται πιο διστακτικά.
Πίνακας 3 – Μεταβολές χαμηλής ποικιλομορφίας (2017–2023)
| Χώρα | Μεταβολή |
|---|---|
| Κύπρος | −12.2% |
| Ιταλία | −4.8% |
| Βέλγιο | −4.6% |
| Λουξεμβούργο | +6.4% |
| Βουλγαρία | +1.4% |
Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, DG AGRI
Εδώ βρίσκεται και η λεπτή γραμμή που διαχωρίζει τη στρατηγική από το ρίσκο. Οι ελιές, τα αμπέλια, οι οπωρώνες δημιουργούν ταυτότητα, εξαγωγική αξία και σταθερές αγορές. Όμως όταν αυτή η εξειδίκευση γίνεται απόλυτη, τότε η γεωργία μετατρέπεται σε μονοδιάστατο στοίχημα και σε έναν κόσμο με ακραία καιρικά φαινόμενα, μεταβλητές τιμές και ασταθείς αγορές, αυτό το στοίχημα γίνεται πιο επικίνδυνο.
Η ίδια η δομή της ευρωπαϊκής γεωργίας δείχνει πόσο άνισα κατανέμεται αυτό το ρίσκο. Σε επίπεδο χρήσης γης, οι χορτολιβαδικές εκτάσεις καλύπτουν το 50,5% των αγροτικών περιοχών, το σιτάρι το 31,1%, το καλαμπόκι το 8,6%, το κριθάρι το 3,2%, ενώ τα αμπέλια και οι ελιές περιορίζονται στο 2,3% και 1,1% αντίστοιχα. Αυτοί οι αριθμοί δεν είναι απλώς κατανομή καλλιεργειών, είναι η γεωγραφία της εξάρτησης.
Σε περιοχές όπου κυριαρχεί μία καλλιέργεια, το έδαφος φθείρεται πιο γρήγορα, η ανάγκη για λίπανση και φυτοπροστασία αυξάνεται, και η ανθεκτικότητα του συστήματος μειώνεται. Η μελέτη το διατυπώνει καθαρά. Η μεγαλύτερη ποικιλομορφία συνδέεται με καλύτερη λειτουργία του εδάφους, μεγαλύτερη βιοποικιλότητα και ισχυρότερη ανθεκτικότητα.
Πίσω από αυτούς τους αριθμούς δυστυχώς δεν υπάρχει μια ενιαία πολιτική υπάρχει ένα μείγμα προσαρμογής. Αλλαγές στην αγορά, πιέσεις από το κλίμα, κίνητρα της ΚΑΠ και, σε πολλές περιπτώσεις, καθαρή ανάγκη επιβίωσης. Σε περιοχές όπως η Λομβαρδία, η αύξηση της ποικιλομορφίας συνδέθηκε ακόμη και με την ξηρασία, όταν οι παραγωγοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν προσωρινά το ρύζι και να αναζητήσουν εναλλακτικές.
Η εικόνα που προκύπτει είναι μια Ευρώπη που δεν αλλάζει ομοιόμορφα. Οι περισσότερες περιοχές παραμένουν σταθερές, αλλά μέσα σε αυτή τη σταθερότητα δημιουργούνται μικρές ρωγμές και νέες ισορροπίες.
Η διαφοροποίηση δεν είναι απλώς μια απαίτηση της ΚΑΠ ή μια περιβαλλοντική σύσταση είναι ένας τρόπος να μειωθεί η εξάρτηση από το απρόβλεπτο και να μοιραστεί το ρίσκο σε περισσότερα χωράφια, περισσότερες καλλιέργειες, περισσότερες αγορές.
Η δορυφορική εικόνα της Ευρώπης δεν δείχνει μόνο τι καλλιεργείτα, δείχνει πόσο εκτεθειμένος είναι κάθε παραγωγός και σε αυτή την εικόνα, η ποικιλομορφία δεν είναι πολυτέλεια είναι μορφή ασφάλισης που δεν γράφεται σε συμβόλαια, αλλά χαράσσεται πάνω στο ίδιο το χωράφι.