Ανησυχία για χαμηλή παραγωγικότητα, μείωση ζωικού κεφαλαίου και φαινόμενα ελληνοποιήσεων
Οριακή παραμένει η παρουσία των βιολογικών αβγών στην Ελλάδα, καθώς αντιστοιχούν μόλις στο 2,5% της συνολικής παραγωγής, ενώ περίπου το 75% των αβγών εξακολουθεί να προέρχεται από εκτροφές σε κλωβούς. Τα στοιχεία παρουσίασε ο γενικός διευθυντής της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Αβγού και Προϊόντων Αβγού (ΕΔΟΑΠΑ), Γιάννης Λιάρος, στην Αγροτική Διακομματική Επιτροπή της Βουλής.
Ο ίδιος ζήτησε άμεσες θεσμικές παρεμβάσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και την αυστηροποίηση των ελέγχων, επισημαίνοντας ότι ο κλάδος δεν επιδοτείται, την ώρα που το ευρωπαϊκό πλαίσιο για τις εκτροφές σε κλωβούς μεταβάλλεται.
Όπως ανέφερε, η συνεισφορά του αγροτικού τομέα στην εγχώρια ακαθάριστη προστιθέμενη αξία παραμένει περίπου στο 3,5% τα τελευταία 15 χρόνια, με την παραγωγικότητα να υστερεί σημαντικά έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αξία παραγωγής ανά απασχολούμενο διαμορφώνεται περίπου στις 25.000 ευρώ στην Ελλάδα έναντι 59.000 ευρώ στην ΕΕ, ενώ η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο φτάνει τις 11.300 ευρώ, έναντι 24.500 ευρώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η υστέρηση αυτή αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στο μικρό και κατακερματισμένο μέγεθος των εκμεταλλεύσεων, στη γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, στο χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης και σε διαρθρωτικές αδυναμίες του πρωτογενούς τομέα.
Σε ό,τι αφορά τον κλάδο της αβγοπαραγωγής, η ΕΔΟΑΠΑ, που αναγνωρίστηκε το 2022, εκπροσωπεί πάνω από το 50% της παραγωγής, άνω του 60% της εμπορίας και περίπου το 90% της μεταποίησης. Πρόκειται για έναν κλάδο εντάσεως κεφαλαίου, ο οποίος έχει δεχθεί πιέσεις από την οικονομική κρίση, την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη μείωση του ζωικού κεφαλαίου, με τον αριθμό των ορνίθων αβγοπαραγωγής να έχει υποχωρήσει από περίπου 5,5 εκατομμύρια το 2009 σε περίπου 3 εκατομμύρια την περίοδο 2024-2025. Στόχος είναι η σταδιακή αύξησή τους στα 3,5 εκατομμύρια τα επόμενα χρόνια.
Παρά τη μείωση της εγχώριας παραγωγής, η αγορά συνεχίζει να καλύπτεται, γεγονός που αποδίδεται, σύμφωνα με τον ίδιο, σε παράνομες εισαγωγές και ελληνοποιήσεις. Όπως σημείωσε, εισαγόμενα αβγά από χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Πολωνία επανασφραγίζονται ως ελληνικά, καλύπτοντας το κενό της αγοράς.
Ως βασικό εργαλείο αντιμετώπισης του φαινομένου αναφέρθηκε το σύστημα «ΑΡΤΕΜΙΣ», στο οποίο εντάχθηκε ο κλάδος το 2021. Ωστόσο, η εφαρμογή του παραμένει προβληματική, καθώς καταγράφεται περιορισμένη συμμόρφωση επιχειρήσεων και ανεπαρκείς έλεγχοι, ενώ απουσιάζει επικαιροποιημένο μητρώο του κλάδου.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο ενισχύεται η μετάβαση σε εκτροφές εκτός κλωβών, όπως ελευθέρας βοσκής, αχυρώνα και βιολογικές μονάδες. Στην Ελλάδα, όμως, η παραγωγή παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τα συστήματα κλωβών, παρά το γεγονός ότι μεγάλες αλυσίδες λιανικής αποσύρουν σταδιακά τα συγκεκριμένα προϊόντα από τα ράφια τους.
Ο κλάδος βρίσκεται σε φάση προσαρμογής, αντιμετωπίζοντας αυξημένο κόστος παραγωγής λόγω ενεργειακής κρίσης και ανόδου των τιμών των πρώτων υλών, καθώς και πιέσεις για συγκράτηση τιμών από τις εμπορικές αλυσίδες. Παράλληλα, η γρίπη των πτηνών έχει επηρεάσει την παραγωγή σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, δημιουργώντας επιπλέον πιέσεις στις αγορές.
Στο πλαίσιο αυτό, ο γενικός διευθυντής της ΕΔΟΑΠΑ υπογράμμισε την ανάγκη για συντονισμένες πολιτικές παρεμβάσεις, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα της ελληνικής αβγοπαραγωγής.