H Ελλάδα διατηρεί πρωταγωνιστικό ρόλο στην αιγοτροφία
Σε φάση σημαντικού μετασχηματισμού βρίσκεται ο κτηνοτροφικός τομέας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη μείωση του ζωικού κεφαλαίου να συνοδεύεται από αυξημένη αποδοτικότητα, εξειδίκευση και προσαρμογή στις νέες καταναλωτικές τάσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, έως το τέλος του 2024 η ΕΕ διέθετε περίπου 132 εκατομμύρια χοίρους, 72 εκατομμύρια βοοειδή και 67 εκατομμύρια αιγοπρόβατα, αποτυπώνοντας τόσο το μέγεθος όσο και τη μετάβαση του κλάδου.
Τα παραγωγικά συστήματα χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό εξειδίκευσης, με συγκεκριμένους κύκλους εκτροφής και αξιοποίησης: τα μοσχάρια οδηγούνται σε σφαγή περίπου στους 8 μήνες, τα βοοειδή κρεατοπαραγωγής φτάνουν στο μέγιστο παραγωγικό στάδιο γύρω στα 2,5 έτη, ενώ οι γαλακτοπαραγωγές αγελάδες παραμένουν στην παραγωγή έως και 5 χρόνια. Η δομή αυτή επιτρέπει τη συνδυαστική λειτουργία παραγωγής κρέατος, γάλακτος και αναπαραγωγής.
Η γεωγραφική κατανομή της παραγωγής παραμένει έντονα συγκεντρωμένη. Η Ισπανία κυριαρχεί στην παραγωγή χοιρινού και αρνιού, η Γαλλία στο βοδινό, ενώ η Ελλάδα διατηρεί πρωταγωνιστικό ρόλο στην αιγοτροφία. Σημαντική παρουσία καταγράφουν επίσης η Ιρλανδία στα βοοειδή, η Δανία στο χοιρινό και η Ρουμανία στα αιγοπρόβατα, επιβεβαιώνοντας την περιφερειακή εξειδίκευση.
Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, το ζωικό κεφάλαιο καταγράφει πτωτική πορεία. Την περίοδο 2004-2024, ο αριθμός των προβάτων μειώθηκε κατά 23%, των αιγών κατά 22%, των χοίρων κατά 15% και των βοοειδών κατά 10%. Η τάση αυτή συνδέεται με περιβαλλοντικές πιέσεις, αυξημένο κόστος παραγωγής, αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο και μεταβολές στις διατροφικές συνήθειες.
Το 2024 η παραγωγή κρέατος παρουσίασε μικτές τάσεις: το χοιρινό (+2,2%) και το βοδινό (+3,1%) κατέγραψαν ανάκαμψη, ενώ η παραγωγή αιγοπρόβειου συνέχισε να υποχωρεί (-6%).
Αντίθετα, τα πουλερικά αναδεικνύονται ως ο ταχύτερα αναπτυσσόμενος κλάδος, φτάνοντας σε ιστορικό υψηλό 14,1 εκατομμυρίων τόνων το 2024 (+6%), ενισχύοντας τον ρόλο τους ως βασική πηγή πρωτεΐνης στην ευρωπαϊκή διατροφή.
Συνολικά, ο κλάδος μετακινείται προς ένα μοντέλο μικρότερης παραγωγικής κλίμακας αλλά υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, με έμφαση στην ευζωία των ζώων, την αποδοτικότητα και την ποιότητα, με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας σε διεθνές επίπεδο.