Το μέλλον της βαμβακοκαλλιέργειας στο προσκήνιο στο 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο για το Βαμβάκι

Παρεμβάσεις για βιωσιμότητα, ενισχύσεις και ενίσχυση της διεθνούς θέσης του ελληνικού βαμβακιού

Στην ανάγκη ενίσχυσης και διασφάλισης της βιωσιμότητας της βαμβακοκαλλιέργειας αναφέρθηκε ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Κώστας Τσιάρας, κατά τον χαιρετισμό του στο 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο για το Βαμβάκι, υπογραμμίζοντας τον καθοριστικό ρόλο του προϊόντος για τον ελληνικό πρωτογενή τομέα.

Όπως σημείωσε, το βαμβάκι αποτελεί διαχρονικά βασικό πυλώνα της αγροτικής οικονομίας, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ανάπτυξη, την απασχόληση και τις εξαγωγές, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1970 και μετά. «Πρόκειται για τον λεγόμενο “λευκό χρυσό”», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η καλλιέργεια έχει στηρίξει την κοινωνική και οικονομική εξέλιξη αγροτικών περιοχών, όπως η Θεσσαλία.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ελλάδα παράγει περίπου το 80% του ευρωπαϊκού βαμβακιού, σε έκταση σχεδόν 2 εκατομμυρίων στρεμμάτων, γεγονός που της προσδίδει πρωταγωνιστικό ρόλο τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στη διεθνή αγορά. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η σημερινή συγκυρία χαρακτηρίζεται από έντονη πίεση στις τιμές, λόγω των συνθηκών που επικρατούν στην παγκόσμια αγορά.

Αναφερόμενος στις προκλήσεις, έδωσε έμφαση στην ανάγκη ενίσχυσης της βιοκαλλιέργειας και της ποιοτικής παραγωγής, καθώς και στην αξιοποίηση πολιτικών εργαλείων για τη στήριξη του εισοδήματος των παραγωγών. Μεταξύ αυτών, ξεχωρίζει η ένταξη της βαμβακοκαλλιέργειας στο πρόγραμμα μείωσης του αποτυπώματος άνθρακα, που προβλέπει ενίσχυση 31,7 ευρώ ανά στρέμμα, υπό προϋποθέσεις. Παράλληλα, υπενθύμισε ότι έχουν ήδη διατεθεί πόροι για τη στήριξη των παραγωγών, ενώ έχει αυξηθεί και το πλαφόν των συνδεδεμένων ενισχύσεων.

Ο κ. Τσιάρας τόνισε επίσης την ανάγκη δημιουργίας ισχυρής ταυτότητας για το ελληνικό βαμβάκι, με στόχο την ενίσχυση της θέσης του στις διεθνείς αγορές και τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της καλλιέργειας. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο αυξημένο κόστος παραγωγής, επισημαίνοντας την ανάγκη εξορθολογισμού της άρδευσης και υλοποίησης μεγάλων αρδευτικών έργων, τα οποία βρίσκονται ήδη σε διαδικασία προκήρυξης και αναμένεται να συμβάλουν στην εξοικονόμηση υδάτινων πόρων και στη βελτίωση των συνθηκών καλλιέργειας.

Αναφερόμενος στις διεθνείς εξελίξεις, υπογράμμισε ότι υπάρχει έντονη ανησυχία σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την πορεία του πρωτογενούς τομέα, κυρίως λόγω της αύξησης του κόστους παραγωγής και των επιπτώσεων από γεωπολιτικές εξελίξεις, όπως η κατάσταση στη Μέση Ανατολή.

Στην ανάγκη δημιουργίας προστιθέμενης αξίας για το ελληνικό βαμβάκι στάθηκε από την πλευρά της η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Χριστίνα Σταρακά, υπογραμμίζοντας ότι απαιτείται ένας νέος ολοκληρωμένος σχεδιασμός για το μέλλον του προϊόντος. Όπως ανέφερε, ο εκσυγχρονισμός των εκκοκκιστηρίων, οι επενδύσεις στην έρευνα και η διασφάλιση των πόρων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής αποτελούν βασικές προϋποθέσεις, όπως και η πιστοποίηση και η συνολική ενίσχυση του προϊόντος.

Παράλληλα, χαρακτήρισε κρίσιμη την ενίσχυση των συνεργατικών σχημάτων, επισημαίνοντας ότι μέσα από αυτά μπορεί να μειωθεί το κόστος παραγωγής και να ενισχυθεί η διαπραγματευτική δύναμη των παραγωγών. Όπως τόνισε, ο πρωτογενής τομέας μαζί με τον τουρισμό αποτελούν τη βάση της ανάπτυξης της χώρας, ενώ το ελληνικό βαμβάκι αποτελεί «εθνικό κεφάλαιο», για το οποίο απαιτείται συλλογική ευθύνη.

Την ανάγκη αναθεώρησης της εθνικής στρατηγικής για το βαμβάκι υπογράμμισε ο τομεάρχης Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία Βασίλης Κόκκαλης, θέτοντας τέσσερις βασικούς άξονες: την οικονομική ενίσχυση των παραγωγών, την ουσιαστική εκπαίδευση «στο χωράφι», την πιστοποίηση για ποιοτική και παραγωγή μακρόϊνου βάμβακος και την ενίσχυση της εξωστρέφειας. Όπως σημείωσε, απαιτείται πολιτική βούληση και συνεργασία για την επίτευξη αυτών των στόχων, επισημαίνοντας παράλληλα ότι ο κλάδος αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις χωρίς την απαιτούμενη προσοχή από την πολιτεία.

Στις αυξημένες πιέσεις που δέχονται οι παραγωγοί λόγω του υψηλού κόστους παραγωγής αναφέρθηκε ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας, επισημαίνοντας ότι το πρόβλημα επιτείνεται από την έλλειψη νερού και τις χαμηλές τιμές του προϊόντος. Όπως πρόσθεσε, η εμπόλεμη κατάσταση στη Μέση Ανατολή έχει οδηγήσει σε αύξηση των τιμών στα λιπάσματα, επηρεάζοντας άμεσα τον πρωτογενή τομέα. Για τη βιωσιμότητα της καλλιέργειας, υπογράμμισε την ανάγκη αξιοποίησης νέων τεχνολογιών, εκπαίδευσης, καλύτερης εμπορικής οργάνωσης και παρεμβάσεων σε ενέργεια και υποδομές.

Από την πλευρά της κυβέρνησης, η γενική γραμματέας Ενωσιακών Πόρων και Υποδομών του ΥΠΑΑΤ Αργυρώ Ζέρβα τόνισε ότι η στήριξη της βαμβακοκαλλιέργειας αποτελεί διαχρονική πολιτική επιλογή, με βασικό εργαλείο το καθεστώς ενισχύσεων. Όπως ανέφερε, η ειδική ενίσχυση ύψους 920 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2023-2027 παραμένει βασικός πυλώνας στήριξης των παραγωγών, ενώ επιπλέον πόροι 80 εκατ. ευρώ κατευθύνονται στοχευμένα σε βαμβακοπαραγωγούς και σιτοπαραγωγούς. Παράλληλα, προανήγγειλε την ενεργοποίηση νέων παρεμβάσεων μέσω των Σχεδίων Βελτίωσης, προϋπολογισμού άνω των 260 εκατ. ευρώ.

Τέλος, την ανάγκη ουσιαστικής στήριξης του Έλληνα βαμβακοπαραγωγού ανέδειξε ο πρόεδρος της Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Βάμβακος Ευθύμιος Φωτεινός, επισημαίνοντας ότι ο κλάδος αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής υπαίθρου.

Όπως ανέφερε, το ευρωπαϊκό βαμβάκι ξεχωρίζει για την ποιότητα και τη βιώσιμη παραγωγή, ωστόσο οι παραγωγοί βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένο κόστος και χαμηλές τιμές. Υπογράμμισε ότι το μέλλον του ελληνικού βαμβακιού περνά μέσα από τη σύνδεση ποιότητας και βιωσιμότητας, την ενίσχυση της διαφάνειας και τη δίκαιη κατανομή της αξίας.