Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και η εκτόξευση του φυσικού αερίου πιέζουν την αγροτική παραγωγή από την Ευρώπη έως την Ασία
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζεται στις αγορές ενέργειας. Πέρα από τις έντονες ανατιμήσεις σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, μια παράλληλη κρίση εξελίσσεται στα λιπάσματα, επηρεάζοντας άμεσα το κόστος και τη διαθεσιμότητα τροφίμων σε παγκόσμιο επίπεδο.
Καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις παίζει το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, ενός από τους σημαντικότερους διαύλους διακίνησης πρώτων υλών. Από τις χώρες του Περσικού Κόλπου προέρχεται περίπου το 20% των παγκόσμιων θαλάσσιων εξαγωγών λιπασμάτων, ενώ στην περίπτωση της ουρίας –του πιο διαδεδομένου αζωτούχου λιπάσματος– το ποσοστό αγγίζει το 46% του διεθνούς εμπορίου.
Οι ροές αυτές τροφοδοτούν βασικές αγροτικές οικονομίες, όπως η Ινδία, η Βραζιλία και η Κίνα, αλλά και αγορές όπως το Μαρόκο, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Αυστραλία και η Ινδονησία. Η διαταραχή στην προσφορά δεν περιορίζεται τοπικά, καθώς η αλληλεξάρτηση της παγκόσμιας γεωργίας μεταφέρει τις πιέσεις και στην Ευρώπη, επηρεάζοντας τόσο την παραγωγή όσο και τις τιμές.
Αναλυτές εκτιμούν ότι όσο διατηρείται η αστάθεια στην περιοχή, οι επιπτώσεις θα εντείνονται. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ING, μια παρατεταμένη διακοπή θα περιορίσει σημαντικά τη διαθεσιμότητα λιπασμάτων σε χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές, μεταξύ των οποίων η Ινδία, η Βραζιλία, η Νότια Ασία και τμήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η στενή σύνδεση των λιπασμάτων με το φυσικό αέριο επιδεινώνει περαιτέρω την κατάσταση. Η Μέση Ανατολή, λόγω της ενεργειακής της επάρκειας, είχε εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς παραγωγούς παγκοσμίως. Ωστόσο, η άνοδος των τιμών της ενέργειας έχει ήδη οδηγήσει σε επιβράδυνση ή διακοπή της παραγωγής σε χώρες όπως η Σλοβακία, η Ινδία και η Αλγερία.
Παράλληλα, η Κίνα έχει περιορίσει τις εξαγωγές της, ενώ σε άλλες περιοχές οι επιπτώσεις αρχίζουν να περνούν στην ίδια την παραγωγή τροφίμων. Στην Αυστραλία καταγράφεται μείωση στις καλλιέργειες σιταριού, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες οι παραγωγοί καλαμποκιού και σόγιας αναζητούν τρόπους να διατηρήσουν τη δραστηριότητά τους υπό αυξημένο κόστος.
Οι πιέσεις αυτές μεταφράζονται σε ένα ευρύτερο ντόμινο επιπτώσεων. Τα λιπάσματα, ως βασικό στοιχείο της σύγχρονης γεωργίας, επηρεάζουν άμεσα την απόδοση των καλλιεργειών. Η περιορισμένη προσφορά και οι αυξήσεις τιμών ενδέχεται να οδηγήσουν σε ακριβότερα τρόφιμα, ενισχύοντας τον πληθωρισμό, ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες οικονομίες.
Την ίδια στιγμή, για τις πιο ευάλωτες περιοχές του πλανήτη, κυρίως στην Αφρική και τη Νότια Ασία, οι εξελίξεις ενισχύουν τον κίνδυνο επισιτιστικών κρίσεων. Εάν οι περιορισμοί στην προσφορά συνεχιστούν, η πρόσβαση σε βασικά τρόφιμα ενδέχεται να καταστεί ακόμη πιο δύσκολη, εντείνοντας τις ήδη υπάρχουσες ανισορροπίες στην παγκόσμια αγορά τροφίμων.